ΙΕΧΩΔΑΕ

(Ιεχωδαέ) [Είθε να Γνωρίσει ο Ιεχωβά].

1. Γιος του Φασεά ο οποίος βοήθησε να επισκευαστεί η Πύλη της Παλιάς Πόλης όταν ο Νεεμίας ανέλαβε την ανοικοδόμηση του τείχους της Ιερουσαλήμ.—Νε 3:6.

2. Δισέγγονος του Ιησού και πατέρας του Ιωανάν (Ιωνάθαν) στην αρχιερατική γραμμή της μεταιχμαλωσιακής περιόδου. (Νε 12:10, 11, 22) Ένας από τους γιους του Ιεχωδαέ μόλυνε τον εαυτό του και την ιεροσύνη του με το να παντρευτεί μια κόρη του Σαναβαλλάτ του Ορωνίτη, γεγονός για το οποίο τον έδιωξε ο Νεεμίας.—Νε 13:28, 29.