Πείνα Ανάμεσα σε Αφθονία—Γιατί;
● «Είναι γεγονός ότι αν κανείς προσθέσει τη συνολική ποσότητα των σιτηρών που παράγονται, συν τη συνολική ποσότητα των άλλων σοδειών που παράγονται, συν τη συνολική ποσότητα των άλλων τροφίμων που παράγονται, τότε υπάρχουν αρκετά για να εφοδιαστούν με επαρκή ποσότητα και ποιότητα τροφής τα πέντε δισεκατομμύρια άτομα που ζουν σήμερα στον κόσμο».—Δη Γκαζέτ του Μόντρεαλ.
● «Από το 1974, τα αναπτυσσόμενα έθνη στο σύνολό τους αύξησαν τη συνολική παραγωγή τροφίμων κατά 3,4 τοις εκατό ετήσια και δημιούργησαν ένα σημαντικό καθαρό κέρδος από τη διάθεση των τροφίμων. Η παραγωγή τροφίμων στη Λατινική Αμερική και στην Ασία αυξήθηκε περισσότερο από 32 τοις εκατό στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας».—Λος Άντζελες Τάιμς.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ της πείνας πολύ απέχει από τη λύση του. Παρ’ όλα αυτά, ολοένα και περισσότεροι ειδικοί στον τομέα έχουν φτάσει στο σημείο να αναγνωρίσουν ότι η έλλειψη τροφίμων δεν είναι ο πραγματικός ένοχος. Η γενική ομολογία φαίνεται να είναι ότι υπεύθυνο για το γεγονός ότι μάζες ανθρώπων σε όλο τον κόσμο υποφέρουν από πείνα και υποσιτισμό είναι κάποιο άλλο πράγμα και όχι η προσφορά τροφίμων. Πράγματι, εδώ έχουμε μια αντίφαση: πείνα ανάμεσα σε αφθονία. Γιατί; Αν και το πρόβλημα είναι πολύ πολύπλοκο, υπάρχουν μερικοί βασικοί παράγοντες που έχουν συμβάλλει σ’ αυτή την αντίφαση.
Άστοχες Προτεραιότητες
Η ανάπτυξη ενός επαρκούς αγροτικού συστήματος, είναι δαπανηρή. Λιπάσματα, εντομοκτόνα, σύγχρονα μηχανήματα αγροκαλλιέργειας, και βελτιωμένα γεννήματα είναι πράγματα δαπανηρά. Εγκαταστάσεις αποθήκευσης, μεταφορές, και συστήματα άρδευσης απαιτούν χρόνο και χρήματα για να οικοδομηθούν. Προφανώς, για να κάνει οποιαδήποτε πρόοδο ένα αναπτυσσόμενο έθνος στους τομείς αυτούς, θα πρέπει να είναι πρόθυμο να καταβάλλει ένα αξιοσημείωτο μέρος των πλουτοπαραγωγικών του πόρων στους τομείς αυτούς. Τα έθνη που το έχουν κάνει αυτό, όπως είναι η Κίνα και η Ινδία, τα δυο πιο πολυπληθή έθνη του κόσμου, έχουν κάνει σημαντική πρόοδο στην παραγωγή τροφίμων.
Δυστυχώς, αυτό δεν συνέβη στα περισσότερα έθνη του Τρίτου Κόσμου, ιδιαίτερα στα έθνη της Αφρικής, όπου οι μεγάλες ελλείψεις τροφίμων εξακολουθούν να είναι ένα διαρκές, και αυξανόμενο πρόβλημα. Μια έκθεση του FAO (Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας) για την 13η περιφερειακή διάσκεψη που έγινε στη Ζιμπάμπουε τον περασμένο Ιούλιο τονίζει απερίφραστα: «Στη ρίζα του προβλήματος με τα τρόφιμα βρίσκεται το γεγονός ότι τα κράτη-μέλη συνήθως δεν έχουν δώσει την πρέπουσα προτεραιότητα στη γεωργία». Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι παρατηρητές τονίζουν ότι οι κυβερνήσεις πολλών από τα πρόσφατα ανεξάρτητα κράτη της Αφρικής και αλλού συχνά εξομοιώνουν τη γεωργία με την αποικιοκρατία και την οπισθοδρομικότητα. Πιστεύουν ότι ο τρόπος για να προχωρήσει το κράτος είναι η βιομηχανοποίησή του. Για να προωθήσουν την πολιτική αυτή, οι κυβερνήσεις τείνουν να ευνοούν τις αναπτυσσόμενες βιομηχανίες στις πόλεις και στις κωμοπόλεις, να παραμελούν τους αγρότες στις αγροτικές περιοχές. Αντί να χρησιμοποιούν τα χρήματά τους για να αναπτύξουν και να βελτιώσουν την άρδευση και τα συστήματα μεταφορών, ή για να δώσουν στους αγρότες το κίνητρο που είναι απαραίτητο για μεγαλύτερη παραγωγή, μερικές κυβερνήσεις με αυθαίρετο τρόπο κρατούν χαμηλά τις τιμές των τροφίμων για να βοηθήσουν τους εργάτες των πόλεων και τις νέες βιομηχανίες. Η πολιτική αυτή έχει μειώσει την ύπαιθρο χώρα στην απολύτως απαραίτητη αγροκαλλιέργεια και έχει στρέψει τα έθνη που κάποτε ήταν αυτάρκη και τα οποία κάποτε εξήγαν τρόφιμα, σε έθνη που τους λείπουν τα τρόφιμα και που κάνουν εισαγωγή τροφίμων.
Αλλαγμένος Τρόπος Ζωής
Η παραμέληση των αγροτικών περιοχών οδήγησε στη μαζική μετανάστευση πληθυσμού από την ύπαιθρο χώρα στις πόλεις για να βρουν δουλειά. Οι μελέτες δείχνουν ότι το 1960 ένας στους δέκα Αφρικανούς ζούσε σε κωμόπολη, αλλά το 1980 ζούσε ένας στους πέντε. Προβλέπεται ότι αν συνεχιστεί η τάση αυτή, ο μισός πληθυσμός της Αφρικής θα ζει σε πόλεις μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα. Αυτό, βέβαια, σημαίνει περαιτέρω αναχαίτιση του αγροτικού τομέα και της παραγωγής τροφίμων.
Αλλά το θέμα δεν σταματάει εδώ. Η έλλειψη επαρκών μέσων αποθήκευσης και μεταφοράς καθιστά δύσκολο να μεταφερθούν στις πόλεις αυτά που παράγονται στην ύπαιθρο, έτσι ώστε να πουληθούν. Εκτός απ’ αυτό, οι ντόπιες σοδειές, όπως είναι το κεχρί και η ταπιόκα, δεν βρίσκονται πια σε ζήτηση, επειδή οι κάτοικοι των πόλεων θέλουν τροφές που είναι εύκολο να παρασκευάζονται, όπως είναι το ψωμί και το ρύζι. Έτσι, οι αγρότες δεν έχουν πια το κίνητρο για να παράγουν περισσότερα, και ο κόσμος των πόλεων στρέφεται στα εισαγόμενα τρόφιμα. Οι εκθέσεις δείχνουν ότι ανάμεσα στο 1960 και στο 1982 οι εισαγωγές δημητριακών στην Αφρική αυξήθηκαν σχεδόν στο τετραπλάσιο ενώ η τοπική παραγωγή τροφίμων μειώθηκε ακόμη περισσότερο σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού.
Εκτός από τις δαπανηρές εισαγωγές τροφίμων, το υψηλό κόστος ενέργειας που χρειάζεται για να λειτουργήσουν οι νεοϊδρυμένες βιομηχανίες προσθέτει κι αυτό επίσης ένα βάρος στο πρόβλημα τροφίμων σε πολλά έθνη του Τρίτου Κόσμου. Εκθέσεις από το Ναϊρόμπι της Κένυας δείχνουν, για παράδειγμα, ότι «το εξήντα τοις εκατό του ξένου συναλλάγματος της χώρας πηγαίνει στις εισαγωγές πετρελαίου». Η γειτονική Ουγκάντα «δαπανά όλα όσα κερδίζει σε ξένο συνάλλαγμα, 10 εκατομμύρια δολάρια το μήνα, για να πληρώνει τους μηνιαίους τους λογαριασμούς πετρελαίου».
Για να μειωθεί το φορτίο αυτό, οι κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων εθνών συχνά υιοθετούν πολιτική που απλώς εντείνει το πρόβλημα της πείνας. Για παράδειγμα μια μελέτη δείχνει ότι γύρω στη μισή από την αγροτική γη της Κεντρικής Αμερικής χρησιμοποιείται για να παράγει εξαγώγιμες σοδειές, όπως είναι η ζάχαρη, ο καφές, και ο καπνός μάλλον αντί να παράγει σοδειές τροφίμων που τις χρειάζονται τόσο πολύ. Παρόμοια, πολλές χώρες στην τροπική Αφρική καλλιεργούν φράουλες και γαρίφαλα για να τα εξάγουν στην Ευρώπη, ή εκτρέφουν βοοειδή, πρόβατα και κατσίκια για να τα εξάγουν στα Αραβικά έθνη ενώ ο δικός τους λαός δεν έχει αρκετά για να φάει.
Η Πολιτική της Πείνας
Η κοινωνική και η πολιτική αστάθεια σε πολλά από τα αναπτυσσόμενα έθνη επιδεινώνει επίσης το πρόβλημα των τροφίμων. Σύμφωνα με έναν υπολογισμό, από το 1960 η Αφρική γνώρισε περισσότερους από 12 πολέμους, 50 πραξικοπήματα, 13 δολοφονίες αρχηγών κρατών, και εκτεταμένα κινήματα προσφύγων. Η κατάσταση είναι παρόμοια και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Όλα αυτά όχι μόνο προξενούν βλάβη στο ευπρόσβλητο αγροτικό σύστημα, αλλά επίσης υποσκάπτουν την ήδη επιδεινωμένη οικονομία εξαιτίας των βαριών στρατιωτικών δαπανών. Τα έθνη φαίνεται να ενδιαφέρονται περισσότερο για τη συσσώρευση όπλων μέσα στα οπλοστάσιά τους παρά για να γεμίσουν τα άδεια στομάχια.
Πρόσφατα, για παράδειγμα, κοινολογήθηκε πολύ στον τύπο ότι ένα κράτος της Ανατολικής Αφρικής, που πήρε 2 δισεκατομμύρια δολάρια (ΗΠΑ) στρατιωτική βοήθεια, δαπάνησε κάπου 100 εκατομμύρια δολάρια για να γιορτάσει τη δέκατη επέτειο της επανάστασής του, ενώ έξι εκατομμύρια από τον πληθυσμό του αντιμετώπιζαν τη λιμοκτονία εξαιτίας της σοβαρής ξηρασίας και της πείνας.
Η Λαβή της Φτώχειας
Ωστόσο, απ’ όλους τους συγκαλυπτόμενους παράγοντες που προξενούν εκτεταμένη πείνα, η φτώχεια είναι ίσως ο πιο αμετακίνητος. «Χρειάζονται περισσότερα από τα σιτηρά που πλεονάζουν για να θρέψεις τους πεινασμένους του κόσμου», λέει η Μπάρμπαρα Χάντλστον, μια αυθεντία πάνω στη διεθνή βοήθεια τροφίμων. «Ο κόσμος ήδη έχει πλεονάζοντα σιτηρά. Εκείνο που πρέπει να συμβεί είναι η απευθείας μεταφορά αγοραστικής δύναμης σε τόπους όπως η Αφρική». Πώς θα συμβεί αυτό, ούτε οι ειδικοί δεν μπορούν να πουν.
Στο μεταξύ, ακόμη κι εκεί όπου υπάρχουν τρόφιμα, πολλοί από τους φτωχούς απλά δεν έχουν τα χρήματα για να τα αποκτήσουν. Μια είδηση από την Γκάνα, για παράδειγμα, δείχνει ότι «η διατροφή με τρία κανονικά γεύματα τη μέρα μιας τυπικής οικογένειας έξι ατόμων θα κόστιζε έξι φορές παραπάνω από το μέσο όρο του εισοδήματος ενός ζευγαριού ενηλίκων, που θα δούλευαν και οι δύο». Ενώ οι πλούσιοι απολαμβάνουν τις δαπανηρές εισαγόμενες τροφές, οι φτωχοί έχουν δυσκολία ακόμη και στο να βρουν απλώς τρόφιμα. Σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν εργασίες, ή που είναι δύσκολο να βρεθούν, η κατάσταση μπορεί να είναι απελπιστική. «Μονάχα η ολοκληρωτική επανεξέταση και τακτοποίηση των κοινωνικών και οικονομικών προτεραιοτήτων . . . θα επαναφέρει τον κόσμο σε ένα οικονομικό και δημογραφικό μονοπάτι το οποίο θα μειώσει την πείνα αντί να την αυξάνει», λέει ο Λέστερ Μπράουν του Ινστιτούτου Γουώρλντγουάτς.
Βοήθεια και Πρόνοια—Βοηθούν;
Αν τα φτωχά έθνη δεν έχουν ούτε τις αγροτικές ευκολίες ώστε να παράγουν αρκετά τρόφιμα ούτε και τα χρήματα για να αγοράσουν τα τρόφιμα αυτά στις ανταγωνιστικές διεθνείς αγορές, τότε πώς μπορούν να τραφούν; Η απάντηση είναι ότι λίγα απ’ αυτά το κατορθώνουν. Πολλά απ’ αυτά εξαρτώνται από τη διεθνή βοήθεια τροφίμων και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις αποστολές έκτακτης ανάγκης. Η τρέχουσα συνολική ποσότητα βοήθειας σε τρόφιμα, περιλαμβανομένων και των χορηγιών έκτακτης ανάγκης, είναι περίπου 45 εκατομμύρια τόννοι το χρόνο, θεωρητικά αρκετή για να γεμίσει το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτά που είναι ικανά να παράγουν και να αγοράσουν και σ’ αυτά που πραγματικά χρειάζονται. Αλλά το αν εκείνα τα έθνη που έχουν πραγματική ανάγκη από τη βοήθεια την παίρνουν είναι ένα τελείως διαφορετικό θέμα.
Τα τρόφιμα είναι ένα ισχυρό όπλο στη διεθνή σκηνή, και τα έθνη που έχουν πλεονάσματα τροφίμων το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό. «Επειδή οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι είναι περιορισμένοι, το μεγαλύτερο μέρος της βοήθειάς σας πηγαίνει στους φίλους σας», έλεγε ένας κυβερνητικός αξιωματούχος των ΗΠΑ. «Ο ίδιος κανόνας εφαρμόζεται από κάθε κυβέρνηση την οποία γνωρίζω», συνέχισε. Έτσι, η πολιτική ευθυγράμμιση των αγωνιζόμενων, αναπτυσσόμενων εθνών συμβάλλει πολύ στο τι είδους και στο πόση βοήθεια παίρνουν. Ακόμη κι αν πάρουν, η έλλειψη επαρκών μεταφορικών ευκολιών σε χώρες τέτοιες συνήθως σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της βοήθειας ποτέ δεν κατανέμεται σ’ αυτούς που βρίσκονται πραγματικά σε ανάγκη στις αγροτικές περιοχές.
Έτσι παρ’ όλο που είναι σημαντική, η βοήθεια τροφίμων είναι στην καλύτερη περίπτωση μια προσωρινή λύση. «Η τακτική βοήθεια τροφίμων σε φτωχές χώρες», αναφέρει η Γκλομπ εντ Μέιλ του Καναδά, «έχει κάνει πολλούς να εξαρτώνται από τα αναπτυγμένα έθνη, έχει υπονομεύσει το κίνητρο να γίνουν αυτάρκεις παραγωγοί τροφίμων και έχει αφήσει τεράστιες εκτάσεις αγροτικής γης αχρησιμοποίητες». Παρ’ όλο ότι τα έθνη που αποστέλλουν βοήθειες συνήθως ορίζουν θετικά ότι τα έθνη λήπτες θα καθιερώσουν ορισμένες οικονομικές μεταρρυθμίσεις και άλλα μακροπρόθεσμα σχέδια, τα μέτρα αυτά συχνά θεωρούνται σαν παρέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις του άλλου έθνους και οδηγούν συχνά σε εξεγέρσεις και βία. Εκτός απ’ αυτό, επειδή η ανθρώπινη φύση είναι αυτό που είναι, λίγοι άνθρωποι γνωρίζουν ή φροντίζουν πραγματικά για την από μακρού καθημερινή κατάσταση ανθρώπων σε απομακρυσμένες τοποθεσίες. Στην διάρκεια χρόνων εξαιρετικής ανάγκης, οι άνθρωποι διεγείρονται σε δράση, αλλά αυτά που γίνονται συνήθως είναι πολύ λίγα και γίνονται πολύ αργά.
Η Άλλη Πλευρά του Νομίσματος
Η σύντομη εξέτασή μας αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα της πείνας αποτελεί πραγματικά μια αντίφαση. Αλλά αυτά που εξετάσαμε μέχρι τώρα είναι μόνο το ένα μέρος της εικόνας—οι λιμοκτονούσες και φτωχές μάζες της Αφρικής ή άλλων μερών των αναπτυσσόμενων εθνών. Τι θα πούμε για την άλλη πλευρά του νομίσματος, τα αναπτυγμένα έθνη; Μεγάλο μέρος του Τρίτου Κόσμου αποβλέπει στα έθνη αυτά για βοήθεια και τώρα και στο κοντινό μέλλον. Μπορούν αυτά να συνεχίσουν να παρέχουν βοήθεια; Μπορούν να βρουν τη λύση στην περίπλοκη κατάσταση των τροφίμων; Πώς φαίνεται το μέλλον; Πράγματι, ποια προοπτική υπάρχει για να τραφούν οι πεινασμένοι;
[Πλαίσιο στη σελίδα 5]
Απελπισμένοι Αφρικανοί Ψάχνουν για Τροφή
ΔΕΚΑΔΕΣ εκατομμύρια σε 20 τουλάχιστον Αφρικανικά κράτη πεινούν, υποσιτίζονται ή λιμοκτονούν. Εκατομμύρια απ’ αυτούς είναι παιδιά. Συνωστίζονται κάτω από τα πόδια της μανάβισσας, σκάβοντας μέσα στις βρώμες για λίγους σπόρους ή φασόλια που ίσως να έχουν πέσει στο έδαφος. Τα λίγα πράγματα που βρίσκουν είτε πηγαίνουν μέσα στο στόμα τους είτε τα βάζουν μέσα στο δοχείο τους. Πότε πότε μασούν το σκληρό στέλεχος ενός λαχανικού που πετάχτηκε σαν ακατάλληλο για να βγάλουν το ζουμί που του έχει απομείνει και το υπόλοιπο το φτύνουν.
Ψάχνουν τις μυρμηγκοφωλιές για να βρουν κομματάκια σπόρους. Οι γυναίκες δαπανούν ολόκληρες μέρες ψάχνοντας τις μεγάλες, σκληρές φωλιές των τερμιτών για να βρουν τους σπόρους που έχουν αποθηκεύσει εκεί τα έντομα. Πολλές συγκεντρώνονται στα περιττώματα των κατσικιών για να βγάλουν τους αχώνευτους πυρήνες των σπόρων της φοινικιάς που κατάπιαν τα ζώα χωρίς να μασήσουν. Γυναίκες τρίβουν για να κάνουν σκόνη ξερά φύλλα και χόρτα που δεν έχουν καμιά θρεπτική αξία—και που για πολλούς είναι η μοναδική τροφή. Άλλες αλατίζουν και μαγειρεύουν φύλλα τα οποία μάζεψαν από δέντρα. Συχνά οι αγρότες υποχρεώνονται να φάνε τα γεννήματα που πήραν για να καλλιεργήσουν.
Τα παιδιά είναι ντυμένα με κουρέλια—μερικά είναι γυμνά με εξαίρεση κάτι δέρματα κατσικιών που είναι ριγμένα πάνω στα ισχνά σώματά τους. Οι νύχτες συχνά είναι ψυχρές, και οι υποσιτιζόμενοι συχνά παγώνουν από το κρύο και παθαίνουν πνευμονία, βήχα και πυρετό.
Διάφορες υπηρεσίες τροφοδοσίας έχουν ιδρύσει κέντρα διανομής τροφίμων, αλλά τα εφόδια είναι περιορισμένα και μόνο μια μειονότητα των πεινασμένων και λιμοκτονούντων μπορούν να βρουν τροφή. Σε ένα κέντρο τροφοδοσίας, εκατό παιδιά που δεν τα κατάφεραν να βρουν τρόφιμα στέκονται πίσω από ένα σκοινί παρακολουθώντας τα άλλα να τρώνε. Ένα τετράχρονο παιδί, που ζύγιζε μόνο πέντε κιλά, πολύ αδύναμο που δεν μπορούσε να περπατήσει, μεταφέρεται από την μητέρα του.
Σε ένα άλλο κέντρο τροφοδοσίας, μια μητέρα μετέφερε την τρίχρονη κόρη της που ζύγιζε μόνο τρία κιλά. Η είδηση έλεγε: «Τα πλευρά του παιδιού και το κόκαλο του στέρνου είχαν φτάσει στο σημείο να φαίνεται ότι θα περάσουν μέσα από το δέρμα που ήταν τεντωμένο από την πείνα και απροστάτευτο από τη σκληρότητα των κοκάλων της. Τα πόδια και τα χέρια της ήταν σαν μπαστούνια».
Σε περιπτώσεις όπως αυτές, η πείνα έχει φτάσει σε ένα στάδιο που αποκαλείται μαρασμός, μια ασθένεια όπου το σώμα που λιμοκτονεί αρχίζει να καταβροχθίζει τον εαυτό του. Τα πρόσωπα των παιδιών παίρνουν την έκφραση πολύ γέρικων ατόμων. Τα βλέπει κανείς παντού στα έθνη της Αφρικής που μαστίζονται από την πείνα.
[Εικόνες στις σελίδες 6, 7]
Υπάρχουν αρκετά τρόφιμα για όλους . . . ωστόσο εκατομμύρια λιμοκτονούν
[Ευχαριστίες]
FAO Photo/B. Imevbore