Η Δοκιμασμένη Ποιότης της Πίστεώς Μας—Αιτία Αίνου και Τιμής
«Δια το οποίον αγαλλιάσθε, αν και τώρα ολίγον, εάν χρειασθή, λυπηθήτε εν διαφόροις πειρασμοίς, ίνα η δοκιμή της πίστεώς σας, πολύ τιμιωτέρα ούσα παρά το χρυσίον το φθειρόμενον, δια πυρός δε δοκιμαζόμενον, ευρεθή εις έπαινον και τιμήν και δόξαν όταν φανερωθή ο Ιησούς Χριστός.»—1 Πέτρ. 1:6, 7.
1. Δώστε ιστορικά παραδείγματα του διωγμού που αντιμετώπισαν λάτρεις του Ιεχωβά.
ΣΕ ΟΛΗ την ιστορία του ανθρωπίνου γένους άνθρωποι πίστεως έχουν τεθή σε δοκιμασία, έχουν βασανισθή και έχουν διωχθή από τους καταδυνάστες των. Αυτό συνέβη με τον Άβελ ο οποίος θανατώθηκε από τον ίδιο τον αδελφό του, επειδή η θυσιαστική προσφορά του στον Θεό έγινε ευνοϊκά δεκτή, ενώ του Κάιν δεν έγινε δεκτή. Αυτό συνέβη και με τον Ιουδαίο προφήτη Ιερεμία, που τον έρριξαν μέσα σ’ ένα βορβορώδη λάκκο, επειδή διεκήρυττε πιστά τον Λόγο του Θεού του. Αυτό έγινε και με τον ιδρυτή της Χριστιανοσύνης, τον Ιησού, επειδή εξέθετε τη θρησκευτική υποκρισία και επειδή ήταν πρόθυμος να κάνη το θέλημα του Πατρός του.
2. Πώς περιγράφει η προς Εβραίους επιστολή τις δοκιμασίες των πιστών;
2 Μια περιγραφή των δοκιμασιών και της πίστεως πολλών τέτοιων ανδρών και γυναικών των περασμένων χρόνων, που είχαν γίνει αντικείμενο διωγμού, αναγράφεται για μας στο ενδέκατο κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής. Τι θάρρος απαιτήθηκε απ’ αυτούς τους δούλους του Θεού για να διατηρήσουν την πίστι των μολονότι βασανίσθηκαν, ωνειδίσθηκαν, μαστιγώθηκαν, ετέθησαν σε δεσμά και φυλακίσθηκαν, λιθοβολήθηκαν ή και θανατώθηκαν με μάχαιρα! Ο Παύλος, ένας μαθητής του Ιησού εσχολίασε: «Των οποίων δεν ήτο άξιος ο κόσμος.» Εν τούτοις, όλοι αυτοί είχαν όχι μόνο στερεή πίστι, ‘ελπιζομένων πεποίθησι,’ αλλά και εμπιστοσύνη ότι ο Θεός προέβλεψε κάτι καλύτερο γι’ αυτούς. (Εβρ. 11:1, 2, 38, 40) Τι ήταν εκείνο στο οποίον απέβλεπαν αυτοί με τόση εμπιστοσύνη, ώστε να είναι πρόθυμοι να εγκαρτερήσουν σε οποιαδήποτε δοκιμασία;
3 Σε τι απέβλεπαν αυτοί με εμπιστοσύνη;
3 Η ουράνια βασιλεία ήταν εκείνη στην οποία αυτοί οι πιστοί άνδρες και γυναίκες είχαν θέσει την εμπιστοσύνη τους, που είναι μια ‘βασιλεία ασάλευτος,’ η δίκαιη βασιλεία του Θεού. Ο Παύλος υπενθύμισε στους πιστούς Εβραίους την ημέρα της φοβερής επιδείξεως της μεγαλειότητας του Ιεχωβά Θεού στο Όρος Σινά, όταν δόθηκε η διαθήκη του Νόμου. Εξήγησε, όμως, ότι επρόκειτο να έλθη κάτι πολύ πιο μεγαλειώδες, η εγκαθίδρυσις της ουράνιας βασιλείας που επρόκειτο να κυβερνήση όχι μόνο τον Ισραήλ, αλλά ολόκληρη τη γη. «Δια τούτο παραλαμβάνοντες βασιλείαν ασάλευτον, ας κρατώμεν την χάριν, δια της οποίας να λατρεύωμεν ευαρέστως τον Θεόν με σέβας και ευλάβειαν.»—Εβρ. 12:18-28.
ΜΙΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ
4. Τι είδους μεταχείρισι αντιμετώπισαν οι πρώτοι Χριστιανοί;
4 Είναι φανερό ότι η λέξις «μάρτυς» σημαίνει εκείνον που παρέχει πληροφορίες· επίσης σημαίνει εκείνον που λόγω της εις Χριστόν πίστεώς του παθαίνει πολλά μαρτύρια, διότι πολλοί ήσαν οι πρώτοι Χριστιανοί μάρτυρες που υπέστησαν διωγμό και μαρτύρια ακόμη, για να μην εγκαταλείψουν την πίστι τους. Ο ίδιος ο Παύλος είχε λάβει μέρος σε τέτοια πράγματα, όπως εβεβαίωσε αργότερα: «Εγώ εφυλάκιζον και έδερον εν ταις συναγωγαίς τους πιστεύοντας εις σε [τον Ιησού Χριστόν]· και ότε εχύνετο το αίμα Στεφάνου του μάρτυρός σου, και εγώ ήμην παρών και συνεφώνουν εις τον φόνον αυτού και εφύλαττον τα ιμάτια των φονευόντων αυτόν.»—Πράξ. 22:19, 20.
5. Ποια είναι μερικά ατομικά παραδείγματα πιστότητος;
5 Ένας άλλος αρχαίος Χριστιανός μάρτυς ήταν ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιωάννου, ο πρώτος από τους δώδεκα αποστόλους που θανατώθηκε ως μάρτυς, εκτελεσθείς με μάχαιρα από τον Ηρώδη Αγρίππα Α΄. (Πράξ. 12:1, 2) Και αν δεν επενέβαινε ο Ιεχωβά, θα εθανατώνετο και ο Πέτρος επίσης από τον Ηρώδη. (Πράξ. 12:11) Προσπάθειες κατεβλήθησαν επίσης σε πολλές περιπτώσεις για να θανατωθή ο απόστολος Παύλος. (Πράξ. 22:22) Προς το τέλος του πρώτου αιώνος ο ηλικιωμένος απόστολος Ιωάννης έγραψε για έναν άλλο Χριστιανό που πέθανε πιστός: «Αντίπας ο μάρτυς μου ο πιστός.»—Αποκάλ. 2:13.
6. (α) Τι είχε πει ο Ιησούς για τους εχθρούς του; (β) Γιατί η εναντίωσίς των δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη ;
6 Γιατί υπήρχε τόσο πολλή εναντίωσις κατά των πρώτων μαθητών του Ιησού; Γιατί οι ηγέται του λαού έφθαναν στο σημείο να παροτρύνουν ανθρώπους να δώσουν ψευδή μαρτυρία που ωδήγησε στον θάνατο του Στεφάνου; Ο Ιησούς είχε πει καθαρά στους θρησκευτικούς του εχθρούς: «Σεις είσθε εκ πατρός του διαβόλου και τας επιθυμίας του πατρός σας θέλετε να πράττητε. Εκείνος ήτο απ’ αρχής ανθρωποκτόνος και δεν μένει εν τη αληθεία.» (Ιωάν. 8:44) Δεν επρόκειτο λοιπόν για το ότι αυτοί δεν εγνώριζαν την αλήθεια για τις διδασκαλίες του Ιησού ή την ακρίβεια της μαρτυρίας του Στεφάνου. Ασφαλώς εγνώριζαν τη μαρτυρία του Πέτρου για την έκχυσι του πνεύματος του Θεού την Πεντηκοστή και είχαν παραστή μάρτυρες ή είχαν ακούσει για το χάρισμα των γλωσσών που εχαρακτήρισε αυτούς τους Χριστιανούς ως τον λαό του Θεού. Περίπου «τρεις χιλιάδες ψυχαί» βαπτίσθηκαν τότε, και αργότερα «πολύ πλήθος των ιερέων» δέχθηκαν το άγγελμα. Εν τούτοις το θρησκευτικό μίσος εναντίον εκείνων που ακολουθούσαν ‘Την Οδόν’ έκαιε σαν φωτιά. (Πράξ. 2:41· 6:7· 9:2) Ασφαλώς οι αρχιερείς ενεθυμούντο καλά τα λόγια του Ιησού με τα οποία τους κατέκρινε. (Ματθαίος κεφάλαιο 23) Η εναντίωσίς των, λοιπόν, κατά των πρώτων εκείνων Χριστιανών τούς εχαρακτήριζε ότι ήσαν εναντίον της λειτουργίας του πνεύματος του Θεού.
Ο ΠΑΥΛΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΑΘΗΤΗΣ
7. Τι είδους παρελθόν είχε ο Παύλος προτού γίνη Χριστιανός;
7 Αλλά δεν αντέδρασαν έτσι όλοι. Ο Σαύλος (που έγινε γνωστός με το Ρωμαϊκό του όνομα Παύλος) ήταν ένας άνθρωπος που έκαμε μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. (Πράξ. 13:9) Μολονότι είχε ανατραφή κάτω από τη διαθήκη του Νόμου και με την άποψι των Φαρισαίων, εγκατέλειψε τη σεβαστή του θέσι που είχε στην Ιουδαϊκή πίστι για να υποστή κι αυτός τον διωγμό που είχε εξαπολυθή εναντίον των πρώτων Χριστιανών. (Φιλιππ. 3:5, 6) Εγνώριζε καλά τις συνέπειες αυτής της αλλαγής, αλλά δεν εδίστασε όταν επείσθη γι’ αυτό που νόμιζε ότι ήταν ορθό. Ήταν ένας καιρός μεγάλου διωγμού εναντίον της Χριστιανικής εκκλησίας. Ο ίδιος ο Σαύλος «εκακοποίει» τους πρώτους Χριστιανούς, εισβάλλοντας στο ένα σπίτι μετά το άλλο και σύροντας έξω άνδρες και γυναίκες για να τους ρίξη στις φυλακές. (Πράξ. 8:1-3) Αλλ’ όταν επορεύετο στη Δαμασκό με επιστολές από τον αρχιερέα που τον εξουσιοδοτούσαν να φέρη ως αιχμαλώτους στην Ιερουσαλήμ όσους θα εύρισκε να πιστεύουν στη Χριστιανοσύνη, είτε άνδρες είτε γυναίκες, τότε έλαβε χώραν ένα γεγονός που άλλαξε βαθειά τη ζωή του.—Πράξ. 9:1, 2.
8. Με ποια πείρα ο Παύλος (ή Σαούλ) εγνώρισε την αλήθεια, και πώς ανταποκρίθηκε;
8 Ξαφνικά ταράχθηκε από ένα ουράνιο φως. «Και πεσών επί την γην, ήκουσε φωνήν λέγουσαν προς αυτόν· Σαούλ, Σαούλ, τι με διώκεις; Και είπε· Τις είσαι, Κύριε; Και ο Κύριος είπεν· Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίον συ διώκεις.» Τυφλωμένος από το φως, ο Σαούλ ωδηγήθηκε στη Δαμασκό. Μετά τρεις μέρες ένας μαθητής ονομαζόμενος Ανανίας ωδηγήθηκε να έλθη σε βοήθειά του. Αφού βεβαιώθηκε ότι αυτό ήταν το θέλημα του Κυρίου, ο Ανανίας του είπε: «Σαούλ αδελφέ, ο Κύριος με απέστειλεν, ο Ιησούς όστις εφάνη εις σε εν τη οδώ καθ’ ην ήρχου, δια να αναβλέψης και να πλησθής πνεύματος αγίου.» Πώς θα είχατε ανταποκριθή σ’ ένα τέτοιο γεγονός; Μήπως θα σας ήταν δύσκολο να κάμετε μια αλλαγή, γνωρίζοντας ότι αυτό πιθανώς θα εσήμαινε διωγμό και κακουχίες για σας, ίσως και απόρριψι από την ίδια σας την οικογένεια; Δεν υπήρχε αμφιβολία στη διάνοια του Σαούλ ως προς το τι έπρεπε να κάμη, διότι διαβάζομε τα εξής: «Και ευθύς εκήρυττεν εν ταις συναγωγαίς τον Χριστόν ότι ούτος είναι ο Υιός του Θεού.»—Πράξ. 9:3-5, 17, 20.
ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
9. (α) Πώς οι πείρες του Σαύλου ενθαρρύνουν τους συγχρόνους Χριστιανούς; (β) Ποια δύσκολη διαφυγή είχε ο Παύλος στη Δαμασκό όταν άρχισε να κηρύττη για τον Χριστό;
9 Καθώς εξετάζομε το παράδειγμα της πίστεώς του, την εγκαρτέρησι του Σαούλ κάτω από δοκιμασία και την καθοδηγία και προστασία που του παρείχε ο Ιεχωβά, όλα αυτά μας ενθαρρύνουν να υπερνικήσουμε τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζουν οι αληθινοί Χριστιανοί σ’ αυτή τη γενεά. Ο Σαούλ, μολονότι εγνώριζε ότι θα συναντούσε εναντίωσι, όπως συνέβαινε και στους άλλους Χριστιανούς των ημερών εκείνων, δεν ήταν από εκείνους που οπισθοχωρούν, παρά το γεγονός ότι ο Κύριος είχε πει στον Ανανία: «Εγώ θέλω δείξει εις αυτόν όσα πρέπει να πάθη υπέρ του ονόματός μου.» Ο Σαούλ, αφού έμεινε λίγες μέρες με τους μαθητάς στη Δαμασκό, άρχισε να κηρύττη με ζήλο. Ως αποτέλεσμα, ύστερα από λίγο καιρό οι Ιουδαίοι συνωμότησαν να τον θανατώσουν και άρχισαν να φρουρούν τις πύλες της πόλεως μέρα και νύχτα για να τον εξοντώσουν. Αλλ’ ο Ιεχωβά δεν επρόκειτο ν’ αφήση αυτό το «σκεύος εκλογής» να παραμερισθή τόσο εύκολα. (Πράξ. 9:15, 16) Η συνωμοσία έγινε γνωστή στον Σαούλ, και οι μαθηταί του τον εβοήθησαν να διαφύγη την παγίδα, κατεβάζοντάς τον μ’ ένα κοφίνι μέσα από ένα άνοιγμα του τείχους. Αυτή ήταν μόνο η αρχή μιας συγκινητικής ζωής στο έργο του κηρύγματος γι’ αυτόν τον άλλοτε διώκτη των Χριστιανών.
10. Πώς η πείρα του Σαύλου με τον Ελύμα έδειχνε δαιμονική εναντίωσι;
10 Ο Σαούλ και ο Βαρνάβας εξελέγησαν ειδικά από το άγιο πνεύμα για να εκπληρώσουν το έργο της διακηρύξεως του λόγου του Θεού στους Ιουδαίους και στους μη Ιουδαίους. Στην πρώτη τους ιεραποστολική περιοδεία συνήντησαν έναν άνθρωπο που περιγράφεται ως ψευδοπροφήτης και μάγος, ο οποίος ήταν μαζί με τον ανθύπατο Σέργιο Παύλο. Όταν ο Ελύμας ο μάγος άρχισε να εναντιώνεται στον Σαούλ και τον Βαρνάβα, προσπαθώντας ν’ αποτρέψη τον ανθύπατο από το ν’ ακούση το άγγελμά τους, ο Σαούλ (που τώρα ελέγετο Παύλος) πλήρης πνεύματος αγίου, τον ερώτησε: «Δεν θέλεις παύσει διαστρέφων τας ευθείας οδούς του Ιεχωβά;» Αμέσως ο μάγος τυφλώθηκε για λίγον καιρό. Ως αποτέλεσμα, ο κατάπληκτος ανθύπατος επίστευσε στα όσα είχε ιδεί και ακούσει.—Πράξ. 13:6-12, ΜΝΚ.
11. (α) Γιατί, και πάνω σε ποια Γραφική βάσι ο Παύλος και ο Βαρνάβας εκήρυτταν στους Εθνικούς της Αντιοχείας και του Ικονίου; (β) Τι έκαμαν όταν τους εξεδίωξαν απ’ αυτές τις πόλεις;
11 Ο Παύλος και ο Βαρνάβας συνεχίζοντας το ταξίδι τους μετέβησαν στην Αντιόχεια της Πισιδίας, όπου έδωσαν μια θαρραλέα μαρτυρία στον λαό της πόλεως. Όταν οι Ιουδαίοι ωργίσθηκαν για το κήρυγμά τους περί της αναστάσεως του Ιησού, οι δύο αυτοί άνδρες έστρεψαν την προσοχή τους στους εθνικούς, αναφερόμενοι στα προφητικά λόγια του Ησαΐα: «Σε έθεσα φως των εθνών, δια να ήσαι προς σωτηρίαν έως εσχάτου της γης.» (Πράξ. 13:47) Και ενώ οι Εθνικοί που διέκειντο ευμενώς άρχισαν να χαίρουν γι’ αυτό, ο Ιουδαϊκός όχλος έσυρε τον Παύλο και τον Βαρνάβα έξω από την πόλι. Εν τούτοις αυτοί συνέχισαν τον δρόμο τους γεμάτοι από χαρά και άγιο πνεύμα. Στον επόμενο σταθμό τους, στο Ικόνιο, είχαν μια παρόμοια πείρα. Ως αποτέλεσμα του κηρύγματός των ένα μεγάλο πλήθος Ιουδαίων και Ελλήνων επίστευσαν, αλλ’ εκείνοι που δεν δέχθηκαν το άγγελμα εξήγειραν το λαό και Ιουδαίοι και Εθνικοί είχαν σκοπό να βιαιοπραγήσουν εναντίον των δύο ευαγγελιστών, γι’ αυτό παρέστη ανάγκη να καταφύγουν αλλού για να συνεχίσουν το κήρυγμα του ευαγγελίου.
12, 13. (α) Τι συνέβη στον Παύλο στα Λύστρα; (β) Πώς ο Παύλος έδειξε την εμπιστοσύνη του στον Ιεχωβά;
12 Στα Λύστρα ο Παύλος εθεράπευσε έναν άνθρωπο χωλόν εκ γενετής και οι άνθρωποι ενόμισαν ότι αυτοί οι δύο ήσαν Θεοί. Εκάλεσαν τον Βαρνάβα Δία και τον Παύλον Ερμή, διότι αυτός ήταν ο αρχηγός του λόγου και ήσαν έτοιμοι να προσφέρουν θυσίες. Εν τούτοις, ο Παύλος και ο Βαρνάβας τους συνεκράτησαν, λέγοντας: «Άνδρες, τι κάμνετε ταύτα; και ημείς είμεθα άνθρωποι ομοιοπαθείς με σας.» (Πράξ. 14:15) Τότε περίπου οι Ιουδαίοι από την Αντιόχεια και το Ικόνιο, που ζητούσαν να βρουν τον Παύλο, έφθασαν στα Λύστρα και όταν τον βρήκαν τον ελιθοβόλησαν και τον έσυραν έξω από την πόλι, επειδή ενόμισαν ότι ήταν νεκρός. Αλλά με την παρ’ αξίαν αγαθότητα του Ιεχωβά ο Παύλος επέζησε απ’ αυτή τη δοκιμασία, και την επόμενη μέρα ξεκίνησε με τον Βαρνάβα για τη Δέρβη, όπου συνέχισε το κήρυγμά του και έκαμε αρκετούς μαθητάς.
13 Ίσως να σκεφθήτε, ‘Ύστερα απ’ όλα αυτά εγώ θα τα εγκατέλειπα προτού χάσω τη ζωή μου.’ Ο Παύλος, όμως, δεν έκαμε έτσι. Πραγματικά, η αφήγησις στις Πράξεις 14:21, λέγει ότι ο Παύλος και ο Βαρνάβας «επέστρεψαν» στα Λύστρα και στο Ικόνιο και στην Αντιόχεια, όπου είχαν συναντήσει πολλή εναντίωσι, διότι ήθελαν να ενισχύσουν και να ενθαρρύνουν τους μαθητάς. Τους υπενθύμισαν ότι, «Δια πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού.» Συνέχισαν λοιπόν να εποικοδομούν τις εκκλησίες και να ενισχύουν εκείνους που επίστευσαν στον Ιεχωβά.—Πράξ. 14:22.
ΟΜΟΠΙΣΤΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
14. Τι επιχείρημα προέβαλον μερικοί και πώς δόθηκε λύσις σ’ αυτό;
14 Ατυχώς, δεν ήσαν μόνο οι εναντιούμενοι που δημιούργησαν προβλήματα κατά καιρούς, αλλά και οι ομόπιστοι ακόμη δημιούργησαν ζητήματα, ισχυριζόμενοι λόγου χάριν ότι αν οι Εθνικοί δεν περιετέμνοντο κατά το έθιμο του Μωυσέως, δεν θα μπορούσαν να σωθούν. (Πράξ. 15:1, 2) Ύστερα από σημαντική διαφωνία σ’ αυτό το σημείο, αποφασίσθηκε να φέρουν το ζήτημα ο Παύλος και ο Βαρνάβας και άλλοι στους αποστόλους και πρεσβυτέρους της κεντρικής εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. Αφού άκουσαν τη μαρτυρία αυτών και του Πέτρου και άλλων, ποια ήταν η απόφασις; Να μη ενοχλούνται οι εθνικοί που εστρέφοντο στον Θεό αλλά μόνον να προσέχουν μερικά αναγκαία πράγματα, δηλαδή να απέχουν από τα μιάσματα των ειδώλων, από την πορνεία και από το αίμα.—Πράξ. 15:12-20.
15. Εξ αιτίας ποιας καταστάσεως ο Παύλος διώρθωσε τον Πέτρο;
15 Ο Παύλος έμεινε σταθερός υπέρ της αληθείας. Μιλώντας για την επίσκεψί του στην Ιερουσαλήμ, είπε ότι όταν ‘ψευδάδελφοι . . . παρεισήλθον,’ «ουδέ προς ώραν υπεχωρήσαμεν υποτασσόμενοι, δια να διαμείνη εις εσάς, η αλήθεια του ευαγγελίου.» Στην Αντιόχεια, όταν και ο Πέτρος ακόμη προφασίσθηκε ότι δεν έτρωγε ούτε συνανεστρέφετο με τους Εθνικούς αδελφούς του για να μη σκανδαλίση μερικούς επισκέπτες Ιουδαίους Χριστιανούς, ο Παύλος ‘ηναντιώθη σ’ αυτόν κατά πρόσωπον διότι ήτο αξιόμεμπτος.’ Εξήγησε στους Γαλάτας: «Δεν αθετώ την χάριν του Θεού· διότι αν η δικαίωσις γίνηται δια του νόμου, άρα ο Χριστός εις μάτην απέθανε.» (Γαλ. 2:4, 5, 11, 21) Αυτό εβοήθησε τους Γαλάτας να καταλάβουν ότι οι Χριστιανοί δικαιώνονται δια πίστεως στον Χριστό και όχι με συμμόρφωσι προς τα έργα του Μωσαϊκού νόμου. Η διαθήκη του Νόμου είχε αφαιρεθή, και τώρα η νέα διαθήκη ίσχυε. Μολονότι μερικοί δύσκολα το καταλάβαιναν αυτό, ο Παύλος δεν αποθαρρύνθηκε από τον τρόπο σκέψεως που έδειχναν οι άνθρωποι.
Ο ΠΑΥΛΟΣ ΔΕΝ ΑΠΟΘΑΡΡΥΝΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΝΤΙΩΣΙ
16. Πώς οι δοκιμασίες του Παύλου και του Σίλα στους Φιλίππους μετεστράφησαν σε ευλογία;
16 Στους Φιλίππους, στη δεύτερη ιεραποστολική του περιοδεία, ο Παύλος είχε την ευχαρίστησι να φέρη την αλήθεια σε μια γυναίκα που ήταν πωλήτρια πορφύρας και ελέγετο Λυδία, η οποία άνοιξε διάπλατα την καρδιά της στα πράγματα που ελέγοντο από τον Παύλο και έδειξε μεγάλη φιλοξενία σ’ αυτούς τους αδελφούς. Εκεί στους Φιλίππους, επίσης, ο Παύλος αντιμετώπισε προβλήματα, αυτή τη φορά από τους κυρίους της δούλης που είχε πνεύμα μαντείας. Κάθε μέρα αυτή εκραύγαζε, «Ούτοι οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, οίτινες κηρύττουσι προς ημάς οδόν σωτηρίας.» (Πράξ. 16:17) Τελικά ο Παύλος απέκαμε απ’ αυτό, και, εν ονόματι του Ιησού, διέταξε το δαιμόνιο να φύγη από τη δούλη. Όταν οι κύριοι της κόρης, που εκέρδιζαν χρήματα από τις μαντείες της, είδαν ότι αυτή έχασε την υπερφυσική της ικανότητα, ωδήγησαν τον Παύλο και Σίλα στο δικαστήριο, όπου εδάρησαν και φυλακίσθηκαν. Αυτό και πάλι θα ήταν αρκετό για ν’ αποθαρρύνη πολλούς, πρώτα επειδή τους εκτύπησαν και κατόπιν επειδή τους έρριξαν στη φυλακή. Αλλ’ ο Παύλος και ο Σίλας δεν αποθαρρύνθηκαν. Η αφήγησις λέγει ότι στο μέσον της νυκτός καθώς προσηύχοντο και αινούσαν τον Θεό με ύμνους, ξαφνικά έγινε ένας μεγάλος σεισμός, άνοιξαν οι πόρτες της φυλακής και λύθηκαν τα δεσμά των φυλακισμένων. Ο Παύλος, αντί να προσπαθήση να δραπετεύση, στάθηκε και καθησύχασε τον δεσμοφύλακα, που ήταν έτοιμος ν’ αυτοκτονήση, και επωφελήθηκε απ’ αυτή την ευκαιρία για να μεταδώση τον Λόγο του Ιεχωβά σ’ αυτόν και στην οικογένειά του. Ως αποτέλεσμα, αυτοί βαπτίσθηκαν την ίδια εκείνη νύχτα.
17. Πώς θεωρούσε ο Παύλος τις δοκιμασίες του, και ποια στάσι διεκράτησε;
17 Παρ’ όλα όσα συνέβησαν, ο Παύλος δεν αποθαρρύνθηκε. Διεκράτησε την ορθή στάσι, όπως έγραψε στους αδελφούς της Κορίνθου: «Λοιδορούμενοι, ευλογούμεν· διωκόμενοι, υποφέρομεν, βλασφημούμενοι, παρακαλούμεν.» (1 Κορ. 4:12, 13) Μπορούσε να διακρίνη την αλήθεια των λόγων του Ιησού: «Δεν είναι δούλος μεγαλήτερος του κυρίου αυτού. Εάν εμέ εδίωξαν, και σας θέλουσι διώξει.» (Ιωάν. 15:20) Ο Παύλος θεωρούσε προνόμιό του να υφίσταται δοκιμασίες χάριν του ευαγγελίου.—Φιλιππ. 1:27-30.
18. Πώς ένας αργυροκόπος εναντιώθηκε στο κήρυγμα του Παύλου, αλλά τι συνέβη τελικά;
18 Στην τρίτη περιοδεία του ο Παύλος αντιμετώπισε πάλι εναντίωσι, αυτή τη φορά από τεχνίτες που κατασκεύαζαν θρησκευτικές εικόνες. Ο Δημήτριος ο αργυροκόπος που εκέρδιζε από την κατασκευή των εικόνων της θεάς Αρτέμιδος, είπε στον λαό ότι ο Παύλος εδίδασκε ότι «δεν είναι θεοί οι δια χειρών κατασκευαζόμενοι» και ότι σε λίγο η τέχνη αυτών θα εξευτελίζετο. Επεκράτησε αναταραχή στην πόλι, και μόνο με μεγάλο κόπο ο γραμματεύς της πόλεως καθησύχασε το λαό και διέλυσε το πλήθος. (Πράξ. 19:23-41) Η ζωή του Παύλου απειλήθηκε και η πίστις του δοκιμάσθηκε κατ’ επανάληψιν.—2 Κορ. 4:7-12· 6:3-10· 11:23-27.
19. Τι προειδοποίησι έλαβε ο Παύλος, αλλά γιατί το ενδεχόμενο της θανατώσεώς του δεν τον έκαμε να οπισθοχωρήση;
19 Τελικά, ενώ ο Παύλος ήταν στην Καισάρεια, ο προφήτης Άγαβος προειδοποίησε τον Παύλο ότι θα εδένετο στην Ιερουσαλήμ και θα παρεδίδετο στα χέρια των εθνών. Τι θα έκανε ο Παύλος; Μήπως θα κατέφευγε αλλού; Όχι, διότι είπε: «Εγώ ουχί μόνον να δεθώ, αλλά και να αποθάνω εις Ιερουσαλήμ είμαι έτοιμος υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού.» (Πράξ. 21:10-13) Αισθανόταν ότι, με όσα και αν του συνέβησαν, αυτός έμεινε πιστός στην υπηρεσία που του είχε ανατεθή, και ήταν ‘καθαρός από του αίματος πάντων.’—Πράξ. 20:26.
20. Σε ποιους ο Παύλος είχε το προνόμιο να δώση μαρτυρία, και πώς χρησιμοποίησε τον χρόνο στη διάρκεια της φυλακίσεώς του;
20 Όπως προελέχθη, στην Ιερουσαλήμ κατηγόρησαν ψευδώς τον Παύλο όταν τον είδαν στον ναό και τον έσυραν έξω. Μόνο η ταχεία επέμβασις του Ρωμαίου χιλιάρχου επρόλαβε την θανάτωσί του. Ο Παύλος κατόπιν είχε το προνόμιο ν’ απολογηθή ενώπιον του Ιουδαϊκού ανωτάτου δικαστηρίου που ελέγετο Σάνχεδριν. Αλλά κι εκεί επίσης ηγέρθη διαφωνία για το άγγελμα που εκήρυττε. Εκείνη τη νύχτα ένας άγγελος στάθηκε εμπρός του και του είπε να έχη θάρρος. Όπως ακριβώς είχε δώσει πλήρη μαρτυρία στην Ιερουσαλήμ έτσι θα έδιδε μαρτυρία και στη Ρώμη. (Πράξ. 23:11) Κατόπιν η υπόθεσις του Παύλου δικάσθηκε από τον ηγεμόνα Φήλικα, έπειτα από τον διάδοχό του Πόρκιον Φήστον και τελικά από τον βασιλέα Αγρίππα Β΄, προτού σταλή στη Ρώμη. Δύο χρόνια έμεινε στη φυλακή, κηρύττοντας σε όλους όσοι ήρχοντο να τον επισκεφθούν. Προφανώς κηρύχθηκε αθώος και απολύθηκε από τον Καίσαρα Νέρωνα.—2 Τιμ. 4:16, 17.
21, 22. (α) Ποια απόδειξι έχομε ότι ο Παύλος προείδε ότι επρόκειτο να θανατωθή ως αποτέλεσμα της δευτέρας φυλακίσεώς του; (β) Γιατί ο Παύλος είχε τόσο ισχυρή πίστι;
21 Εν τούτοις, ο Παύλος φυλακίσθηκε πάλι στη Ρώμη περίπου το έτος 65 μ. Χ. Στη διάρκεια αυτής της φυλακίσεώς του έγραψε τη δεύτερη επιστολή του προς τον Τιμόθεο και άφησε να εννοηθή ότι πλησίαζε ο θάνατός του. (2 Τιμ. 4:6-8) Πιθανώς υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τα χέρια του Νέρωνος στο έτος 66 μ.Χ.
22 Δεν υπήρχε αμφιβολία για τη δοκιμασμένη ποιότητα της πίστεως του Παύλου. Είχε σοβαρό λόγο να είναι πιστός. Όχι μόνο εκλήθη μ’ ένα θαυματουργικό τρόπο, αλλά και κατά καιρούς έβλεπε την ενέργεια του πνεύματος του Θεού στα πράγματα που είχε το προνόμιο να εκτελή και στην αγγελική παρέμβασι για χάρι του. Αλλά παρά το έντονο μίσος που αντιμετώπισε και από δαιμονικές και από ανθρώπινες πηγές, δεν άφησε την πίστι του να κλονισθή, ούτε εγκατέλειψε το έργο στο οποίο είχε κληθή. Έθεσε την εμπιστοσύνη του στον Κύριο και στην ελπίδα της αναστάσεως.—1 Κορ. 15:14, 21, 22.
23. Πώς γνωρίζομε ότι ο Παύλος δεν αισχύνετο για την πορεία της ζωής του;
23 Ο Παύλος δεν αισχύνετο για την πορεία της ζωής του. Στον βασιλέα Αγρίππα είπε: «Ήθελον εύχεσθαι προς τον Θεόν, ουχί μόνον συ, αλλά και πάντες οι σήμερον ακούοντές με, να γείνωσι και παρ’ ολίγον και πάρα πολύ τοιούτοι οποίος και εγώ είμαι, παρεκτός των δεσμών τούτων.» (Πράξ. 26:28, 29· Ρωμ. 1:16) Παρά τις δοκιμασίες που υπέστη, ενεθάρρυνε τους άλλους ν’ ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Στους αδελφούς της Κορίνθου έγραψε: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς και εγώ του Χριστού.» (1 Κορ. 11:1) Δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που του άρεσε να δημιουργή ζητήματα, ούτε ένας που ονειροπολούσε να υποστή κακουχίες ή μαρτύρια σαν να επρόκειτο αυτά να του φέρουν δόξα. Ωστόσο έμεινε σταθερός υπέρ της αληθείας. Όταν έγραψε στους Θεσσαλονικείς, εχαίρετο που το ευαγγέλιο δεν μετεδόθη σ’ αυτούς μόνον με λόγο, «αλλά και εν δυνάμει και εν πνεύματι αγίω και εν πληροφορία πολλή . . . Και σεις εγείνετε μιμηταί ημών και του Κυρίου, δεχθέντες τον λόγον εν μέσω πολλής θλίψεως μετά χαράς πνεύματος αγίου.»—1 Θεσσ. 1:5, 6.
24. Ποιες ευλογίες επέρχονται όταν ασκούμε πίστι όμοια με την πίστι του Παύλου;
24 Λίγοι από μας θ’ αντιμετωπίσουν ποτέ όλες τις δοκιμασίες που υπέστη ο Παύλος. Ωστόσο μπορούμε όλοι να δείξωμε πίστι όπως εκείνος. Μπορούμε να ενθυμούμεθα τους ενθαρρυντικούς του λόγους προς τους Εβραίους: «Ημείς όμως δεν είμεθα εκ των συρομένων οπίσω προς απώλειαν, αλλ’ εκ των πιστευόντων προς σωτηρίαν της ψυχής.» (Εβρ. 10:38, 39) Γνωρίζοντας ότι η δοκιμασία της πίστεώς μας απεργάζεται υπομονήν, πρέπει να είμεθα μιμηταί του Παύλου, όπως εκείνος ήταν μιμητής του Ιησού Χριστού. Με την πιστή μας εγκαρτέρησι παρά τις δοκιμασίες που έρχονται επάνω μας, γνωρίζομε ότι και στη δική μας περίπτωσι η δοκιμασμένη ποιότης της πίστεώς μας θα «ευρεθή εις έπαινον και τιμήν και δόξαν όταν φανερωθή ο Ιησούς Χριστός.»—1 Πέτρ. 1:5-7, 9· Ιακ. 1:2, 3.
[Εικόνα στη σελίδα 466]
Ο Σαούλ από την Ταρσό ‘δεν έγεινε απειθής εις την ουράνιον οπτασίαν’ αλλά έγινε ένας μαθητής του Ιησού και ένα παράδειγμα πίστεως και υπομονής.—Πράξ. 26:19.