Οι Πολίται της Μαλάουι Αντιμετωπίζουν μια Ζωτική Απόφαση
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ σε ολόκληρο τον κόσμο βαθειά συγκινήθηκαν από τον βίαιο διωγμό που ξέσπασε προσφάτως εναντίον των Χριστιανών μαρτύρων του Ιεχωβά στο νοτιοανατολικά Αφρικανικό έθνος της Μαλάουι.
Κάθε πολίτης αυτής της χώρας, η οποία είναι περίπου στο μέγεθος της πολιτείας της Νέας Υόρκης, έχει επηρεασθή. Διότι τουλάχιστον ένα άτομο σε κάθε 194 του πληθυσμού του που αποτελείται από 4.530.000 κατοίκους είναι μεταξύ αυτών που καταδιώχθηκαν.
Το ερώτημα λοιπόν που αντιμετωπίζει κάθε πολίτης είναι, θα σταθώ υπέρ του δικαίου και εναντίον της καταδυναστεύσεως; θα είμαι ένας· από εκείνους για τους οποίους μίλησε ο Ιησούς λέγοντας: «Και όστις ποτίση έναν των μικρών τούτων [ένα μαθητή του Χριστού] ποτήριον μόνον ψυχρού ύδατος εις όνομα μαθητού, αληθώς σας λέγω, δεν θέλει χάσει τον μισθόν αυτού»;—Ματθ. 10:42.
Οι μάρτυρες του Ιεχωβά είναι γνωστοί ως ειρηνόφιλοι, νομοταγείς πολίται στο έθνος όπου κατοικούν. Εν τούτοις, στη Μαλάουι εδάρησαν, βασανίσθηκαν και μερικοί απ’ αυτούς θανατώθηκαν. Χιλιάδες εξεδιώχθησαν από τη χώρα με κίνδυνο της ζωής των εγκαταλείποντας όλα τα υπάρχοντα των. Πάνω από 20.000 έφυγαν από τη χώρα, 19.000 άπ’ αυτούς στη Ζάμπια που είναι στα δυτικά σύνορα της Μαλάουι, όπου περιωρίσθηκαν σε στρατόπεδα ως ανεπιθύμητοι επισκέπται. ’Από αυτούς 350 άτομα, μεταξύ των οποίων πολλά παιδιά, πέθαναν από τις κακουχίες.
Αλλ’ αυτό δεν ήταν αρκετό για να ικανοποιήση τους διώκτας των. Με ψευδείς παραστάσεις ότι θα τους μετέφεραν σε πιο υγιεινά στρατόπεδα στη Ζάμπια, οι πρόσφυγες αυτοί φορτώθηκαν σε λεωφορεία και φορτηγά αυτοκίνητα και μεταφέρθηκαν πίσω στη Μαλάουι, όπου αντιμετώπισαν τις ένοπλες δυνάμεις της Μαλάουι και διασκορπίσθηκαν στα χωριά τους. Είκοσι ένας από τους προεδρεύοντας επισκόπους εκκλησιών φυλακίσθηκαν αμέσως μετά την αποστολή τους πίσω στην Μαλάουι· άλλοι τρεις μάρτυρες φυλακίσθηκαν αργότερα στην περιφέρεια Ρούμφι.
Μερικών τα χέρια τα τρύπησαν με καρφιά· άλλους τους διεπέρασαν με βελόνες του ραψίματος. Μια ομάδα από τέσσερις Μάρτυρας μεταφέρθηκαν σε δώδεκα διάφορα παραρτήματα του κόμματος του κογκρέσσου της Μαλάουι και αναγκάσθηκαν να διανύσουν μια απόστασι 40 μιλίων χωρίς να τους δοθή τροφή επί τέσσερις μέρες.
Τώρα πολλοί απ’ αυτούς αναγκάσθηκαν να φύγουν και πάλι, οι περισσότεροι προς νότον στη Μοζαμβίκη, Όπου μένουν τώρα πάνω από 34.000 σε δώδεκα στρατόπεδα προσφύγων.
Γιατί αυτό το μίσος και η βίαιη μεταχείρισις Χριστιανών σε μια χώρα της οποίας ο Ισόβιος Πρόεδρος Δόκτωρ Η. Καμούζου Μπάντα, είναι θρησκευόμενος άνθρωπος, πρεσβύτερος της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας;
Η πρόφασις που χρησιμοποιήθηκε για τον διωγμό είναι το γεγονός ότι οι Μάρτυρες αρνούνται ν’ αγοράσουν δελτία του πολιτικού κόμματος. Αλλ’ όπως τονίζει ο Γκάι Ράιτ στην εφημερίδα Εξάμινερ του Αγίου Φραγκίσκου φύλλον της 17 Οκτωβρίου 1972:
«Ένας θρησκευτικός πόλεμος διεξάγεται μεταξύ των μαρτύρων του Ιεχωβά και μιας μικρής Αφρικάνικης χώρας που λέγεται Μαλάουι.
«Είναι ένας πολύ μονόπλευρος πόλεμος, όπου αντιτάσσεται η δύναμις εναντίον της πίστεως. . .. Θα μπορούσατε να τους θεωρήσετε [τους Μάρτυρας] ως υποδειγματικούς πολίτας. Πληρώνουν φόρους προθύμως, περιποιούνται τους ασθενείς, καταπολεμούν την αγραμματοσύνη.»
Ως προς το ότι η βασική αιτία που είναι πίσω από το διωγμό είναι Θρησκευτική, σημειώστε την εκθεσι της ομιλίας του Ισοβίου Προέδρου Μπάντα στην ετησία συνέλευσι 1972 του Συνεδρίου της Μαλάουι που έγινε στις 10-16 Σεπτεμβρίου 1972—σε ποιο μέρος; Στο Καθολικό Γυμνάσιο της πόλεως Ζόμπα. Ο Μπάντα αποκαλώντας τους μάρτυρας του Ιεχωβά «μάρτυρας του Διαβόλου» «έκαμε το ερώτημα γιατί αυτοί δεν πηγαίνουν στην Εκκλησία και δεν ζητούν βοήθεια από τον Θεό όταν υποφέρουν.»—Εφημερίς Νέα της Μαλάουι 19 Σεπτεμβρίου 1972.
Γιατί οι μάρτυρες του Ιεχωβά αρνούνται, ν’ αγοράσουν δελτία του κόμματος; Αυτό δεν οφείλεται σε πολιτικές διαθέσεις από μέρους των, διότι αυτοί είναι απολύτως ουδέτεροι σε όλες τις πολιτικές κινήσεις. Σ’ αυτούς είναι αποκλειστικά ζήτημα συνειδήσεως και νόμου του Θεού. Ένεκα της αποκλειστικής των αφοσιώσεως στον Ιεχωβά Θεό και τη βασιλεία του αποφεύγουν να συντάσσωνται με κοσμικές φατρίες, όπως είπε ο Ιησούς για τους ακολούθους του; «Αυτοί δεν είναι εκ του κόσμου καθώς εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου.»—Ιωάν. 17:16.
ΘΗΡΙΩΔΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
Οι αγριότητες που συνέβησαν έγιναν από μέλη του Κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι με πλήρη έγκρισι και υποστήριξι των στελεχών του κόμματος.
Πρόσφυγες οι οποίοι έδωσαν συνεντεύξεις πιστοποιούν ότι όταν επαναφέρθηκαν στο παλαιό αεροδρόμιο Λιγόνγκβε της Μαλάουι βρήκαν το γήπεδο περικυκλωμένο από αστυνομικούς και στρατιώτες των δυνάμεων της Μαλάουι με τα όπλα στα χέρια των. Περιφερειακοί λειτουργοί Κουμπουέζα Μπάντα και Μ. Κ. Υ. Τσιβάμπο ήσαν έτοιμοι να μιλήσουν στο συγκεντρωμένο πλήθος. Παρόντες ήσαν επίσης ο Κος Μσόνθι, ο Κος Γκαντάμα και άλλα μέλη του Κοινοβουλίου, καθώς και μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας, της Νεολαίας των Σκαπανέων και του Συνδέσμου των Γυναικών. Ο Κος Μπάντα και ο Κος Τσιβάμπο είπαν στους μάρτυρας:
‘Σεις πήγατε στη Ζάμπια αφ’ εαυτού σας. Κανένας δεν σας έδιωξε και επιστρέψατε με τη θέλησι σας. Κανένας δεν σας εκάλεσε. ‘Επομένως πρέπει να πάτε στα σπίτια σας και να συνεργασθήτε με τους τοπικούς άρχοντας, τους αρχηγούς των χωριών και τους προέδρους του κόμματος Κογκρέσσου της Μαλάουι αγοράζοντας δελτία του κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι.’
Χαρακτηριστική των δοκιμασιών εκείνων που επέστρεψαν στα σπίτια τους είναι η αφήγησις του Μπαουλένι Τζούβα, ενός Μάρτυρος ηλικίας ογδόντα οκτώ ετών από το χωριό Νακίτε, της περιφερείας Λιλόνγκβε:
«Το πρωί της 1 Ιανουαρίου 1973 έμαθα ότι μια ομάδα του Συνδέσμου της Νεολαίας κυνηγούσε μάρτυρας του Ιεχωβά σ’ ένα γειτονικό χωριό της πόλεως Νακιόλα. Έσπευσα να πω σ’ ένα νεαρό αδελφό να τρέξη και ν’ αναφέρη, το ζήτημα στην αστυνομία. Σε λίγο η ομάδα του Συνδέσμου της Νεολαίας με περιεκύκλωσε και με συνέλαβε. Ήσαν πάνω από τριάντα τον αριθμό. Επί κεφαλής των ήταν ο πρόεδρος της Περιφερείας Σαμού Κιτόντε, ο Πρόεδρος της Νεολαίας Γκρέυ Μτάμπο και ο Γραμματεύς της Νεολαίας Λαφαελέ Γκούντα. Μου έδειξαν τα πολιτικά δελτία και με διέταξαν ν’ αγοράσω ένα απ’ αυτούς. Όταν αρνήθηκα να το κάνω αυτό για λόγους συνειδήσεως, αυτοί οι τρεις άρχισαν να με χτυπούν με ξύλινα ραβδιά, ενώ τα άλλα μέλη, του συνδέσμου της Νεολαίας τους έβλεπαν. Με χτύπησαν πολύ βαρεία στα χέρια και στα γόνατα. Εξακολουθούσαν να με χτυπούν ώσπου δεν μπορούσα πια να σταθώ στα πόδια μου και λιποθύμησα.
«Όταν επανέκτησα τις αισθήσεις μου με είχαν ακόμη περικυκλωμένο λέγοντας: Αυτός ζη ακόμη. Με ανάγκασαν να σηκωθώ και με διέταξαν να βαδίσω στο καθιερωμένο Δικαστήριο της Κιβάμπα. Άλλοι τέσσερις αδελφοί ήσαν εκεί με τους αγκώνες δεμένους στη ράχη και με τα πόδια επίσης δεμένα. Το ίδιο έκαμαν και σ’ εμένα και μας άφησαν σ’ αυτή τη φρικτή κατάστασι επί μιάμισυ ώρα.
«Στο τέλος έφθασε η αστυνομία. Διέταξαν τα μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας να λύσουν τα σχοινιά. Εμένα και δύο άλλους αδελφούς μας χτύπησαν τόσο πολύ ώστε η αστυνομία μας έστειλε στο νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα το πρωί μας πήγαν στο αστυνομικό τμήμα. Εκάναμε αναφορές του τι συνέβη άλλα μας είπαν ότι η αστυνομία τίποτα δεν μπορούσε να κάμη για μας. Μας είπαν να πάμε πίσω στα σπίτια μας. Πήραμε λοιπόν ένα λεωφορείο από τη Λιλόνγκβε και ταξιδέψαμε προς τη Μλανγκένι [στη Μοζαμβίκη]. Είμαι τώρα εδώ στο στρατόπεδο της Μλανγκένι και είμαι ευτυχής που είμαι ανάμεσα στην κοινότητα των αδελφών.»
Μια άλλη Μάρτυς, η Κα Βελίνα Λενάντι από το χωριό Ναχίτε, είπε ότι της έκαψαν το σπίτι προτού φύγη στη Ζάμπια. ’Όταν επέστρεψε, την εγύμνωσαν καθώς και τη θυγατέρα της Λαμπάχι δεκαοκτώ ετών και τα άλλα τρία παιδιά της και τους έδειραν μέχρι αναισθησίας. Εν τω μεταξύ ο σύζυγος της εκρατήθη από την αστυνομία. Ο ξυλοδαρμός αυτών των γυναικών έγινε από μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας των οποίων τα ονόματα είναι: Καντίτο, από το Χωριό Ναχίτε Λενάντι και Μαλένυα, από το Χωριό Τζιμντίντι Καλιγέκα, από το Χωριό Μακιόλα· και Μτάμπο, από το Χωριό Μπέσα.
Ο Μιχαήλ Γιαντάνγκα, από τη Μζουζού, της Βορείου περιοχής, αφού τον μετέφεραν πίσω στη Ζάμπια, τον απέλυσαν με την οικογένεια του στο κέντρον μιας κυνηγετικής περιοχής με θηρία που περιπλανώνταν παντού. Αναγκάσθηκαν να πεζοπορήσουν μερικά μίλια για να βρουν ένα λεωφορείο. Ο αρχηγός του χωριού Γκάντζι Μχάνγκο, ο Πρόεδρος του Παραρτήματος Άλικ Νυασουλού και δυο πρώην πρόεδροι του παραρτήματος ο Άλικ Μάνγκο και ο Μόνε, εστάλησαν από τον Νυρέντα, Μέλος του Κοινοβουλίου, για να πείσουν τον Γιαντάνγκα ν’ αγοράση ένα δελτίο μέλους του κόμματος. Ο Γιαντάνγκα τους είπε: «Εγώ έχασα τα δόντια μου επειδή δεν ήθελα ν’ αγοράσω δελτίο. Έχασα την εργασία μου επειδή δεν ήθελα ν’ αγοράσω δελτίο. Με χτύπησαν βαρειά, κατέστρεψαν την περιουσία μου και αναγκάσθηκα να φύγω στη Ζάμπια—και ολ’ αυτά επειδή δεν ήθελα ν’ αγοράσω δελτίο. Δεν πρόκειται ούτε τώρα ν’ αγοράσω.» ’Αφού η απάντησις του Γιαντάνγκα αναφέρθηκε στον Νυρέντα, ωργάνωσαν μια ομάδα από είκοσι άτομα να τον πάνε στο σπίτι του. Ο Γιαντάνγκα ειδοποιημένος από ένα φιλικό μέλος του Συνδέσμου της Νεολαίας ότι «πρόκειται να σε σκοτώσουν,» έσπευσε να φύγη με την οικογένεια του στη Μοζαμβίκη.
Ο Νατάντα Μαντούλα από το Χωριό Τσιβέτα, της περιοχής Μιτσίντζι, με δυσκολία έφθασε στο σπίτι του ύστερ’ από μια πεζοπορία τριάντα μιλίων από το αεροδρόμιο της Λιλόνγκβε, οπότε μέλη του Συνδέσμου της Νεολαίας εξανάγκασαν αυτόν και άλλους πέντε μάρτυρες να πάνε στο παράρτημα του κόμματος του Κογκρέσσου της Μαλάουι, στο Λέμουε, όπου ο πρόεδρος της περιφερείας ονόματι Τζεμούζι ρώτησε: «Ώστε επιστρέψατε; Και γιατί εγκατελείψατε αυτή τη χώρα στην αρχή;» Ο Μαντούλα απήντησε ότι ως μάρτυς του Ιεχωβά αρνήθηκε ν’ αναμιχθή στην πολιτική και δεν θέλησε να γίνη μέλος ενός πολιτικού κόμματος αγοράζοντας ένα δελτίο αναγνωρίσεως ως μέλους. Η άρνησις του Μαντούλα τόσο εξώργισε τον πρόεδρο Τζεμούζι ώστε διέταξε τέσσερις άνδρες, των οποίων τα ονόματα είναι Τζίμπαζι, Βαϊλέζι, Καότσι και Τσαγκάμπα, να δείρουν τον Μαντούλα. Ο ίδιος ο Τζεμούζι κλώτσησε και ποδοπάτησε τον Μαντούλα με τα παπούτσια του, κατόπιν τον εγύμνωσαν, τον έδειραν πιο πολύ και τελικά τον τράβηξαν έξω από το κτίριο. Με τον ίδιο απάνθρωπο τρόπο μεταχειρίσθηκαν και τους άλλους πέντε Μάρτυρες, άλλα όλοι οι Μάρτυρες στάθηκαν στερεοί στις πεποιθήσεις των. Επειδή απειλήθηκαν και πάλι, έφυγαν στη Μοζαμβίκη.
Αυτές είναι μόνο λίγες από τις πολλές εκθέσεις που ελήφθησαν απ’ όλα τα μέρη της Μαλάουι. Στην περιφέρεια Μζίμπα πυρπολήθηκαν επτά κατοικίες και οι Μάρτυρες εδάρησαν η βασανίσθηκαν. Τέσσερα παιδιά πέθαναν στο Χωριό Μτούντου και άλλα τόσα στο Χωριό Λουσάνγκα, λόγω της ελλείψεως τροφίμων και της απαγορεύσεως να εισαχθούν σε νοσοκομεία. Στην ίδια περιφέρεια (Ρούμφι) στο Βόρειο Τμήμα, εικοσιεπτά σπίτια πυρπολήθηκαν στο Μτούντου, εννέα στη Μζούμα και δεκατέσσερα στην πόλι Ρούμφι. Οι Μάρτυρες της περιφερείας αυτής αναγκάσθηκαν να φύγουν στα πυκνά δάση και στα ψηλά βουνά.
Καθώς οι πολίται της Μαλάουι παρατηρούν αυτά τα τρομερά πράγματα αντιμετωπίζουν μια απόφασι. Αφού αποκατέστησαν την ανεξαρτησία τους ως έθνος, που την επιθυμούσαν από πολλά χρόνια, θέλουν τώρα να καταπνίξουν την ελευθερία της συνειδήσεως και τη λατρεία του Θεού, ή να επιτρέψουν στην κυβέρνησί τους να το κάνη αυτό χωρίς διαμαρτυρία; Μήπως υπάρχουν κι εκείνοι που, αντιθέτως ντρέπονται γι’ αυτές τις πράξεις, και οι οποίοι θέλουν να δώσουν ένα συμβολικό ποτήρι ψυχρού ύδατος για να παρηγορήσουν και να βοηθήσουν τους καταδιωκομένους Χριστιανούς, δείχνοντας έτσι ότι στέκουν στο πλευρό του Χριστού; Ναι, υπάρχουν, όπως αποκαλύπτει το επόμενο άρθρο.