-
ΌνομαΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
Σε κάποιες περιπτώσεις τα ονόματα θεωρήθηκαν αντανάκλαση της προσωπικότητας του ατόμου ή των χαρακτηριστικών του τάσεων. Ο Ησαύ είπε για τον αδελφό του: «Δεν είναι αυτός ο λόγος που το όνομά του καλείται Ιακώβ [Αυτός που Πιάνει τη Φτέρνα· Αυτός που Υποσκελίζει], εφόσον επρόκειτο να με υποσκελίσει αυτές τις δύο φορές; Τα πρωτοτόκιά μου τα πήρε ήδη, και ορίστε! αυτή τη φορά πήρε την ευλογία μου!» (Γε 27:36) Η Αβιγαία έκανε το εξής σχόλιο αναφορικά με το σύζυγό της: «Όπως είναι το όνομά του έτσι είναι και αυτός. Νάβαλ [Ασύνετος] είναι το όνομά του και έλλειψη σύνεσης τον διακρίνει». (1Σα 25:25) Μη θεωρώντας πλέον το όνομά της κατάλληλο λόγω των συμφορών που την είχαν βρει, η Ναομί είπε: «Μη με φωνάζετε Ναομί [Η Τερπνότητά Μου]. Να με φωνάζετε Μαρά [Πικραμένη], γιατί ο Παντοδύναμος με πίκρανε πολύ».—Ρθ 1:20.
-
-
ΝαομίΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
Όταν έφτασαν στη Βηθλεέμ, η Ναομί είπε στις γυναίκες που τη χαιρετούσαν: «Μη με φωνάζετε Ναομί [Η Τερπνότητά Μου]. Να με φωνάζετε Μαρά [Πικραμένη], γιατί ο Παντοδύναμος με πίκρανε πολύ». (Ρθ 1:18-21) Καθώς ήταν ο καιρός για το θερισμό του κριθαριού, η Ρουθ ενεργώντας φιλάγαθα πήγε να σταχυολογήσει για να συντηρήσει τη Ναομί και τον εαυτό της, και έτυχε να βρεθεί στον αγρό του Βοόζ. (Ρθ 2:1-18) Όταν είπε στη Ναομί σε τίνος τον αγρό εργαζόταν, η Ναομί διέκρινε το χέρι του Ιεχωβά σε αυτό το ζήτημα, δεδομένου ότι ο Βοόζ ήταν στενός συγγενής του Ελιμέλεχ και επομένως ένας από τους εξαγοραστές τους. Παρότρυνε τη Ρουθ να φέρει αυτό το γεγονός στην προσοχή του Βοόζ. (Ρθ 2:19–3:18) Ο Βοόζ ανταποκρίθηκε γρήγορα, ακολουθώντας τη νομική διαδικασία που υπαγόρευαν τα έθιμα για την εξαγορά της περιουσίας του Ελιμέλεχ από τη Ναομί. Στη συνέχεια, η Ρουθ έγινε σύζυγος του Βοόζ για λογαριασμό της Ναομί, σύμφωνα με το νόμο του λεβιρατικού, ή αλλιώς ανδραδελφικού, γάμου. Όταν απέκτησαν έναν γιο, οι γειτόνισσες τον ονόμασαν Ωβήδ, λέγοντας: «Γιος γεννήθηκε στη Ναομί». Με αυτόν τον τρόπο, ο Ωβήδ έγινε νόμιμος κληρονόμος του οίκου του Ελιμέλεχ στη φυλή του Ιούδα.—Ρθ 4:1-22.
-