-
ΝομοθέτηςΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
Ο Θεός δεν έδωσε τέτοιον λεπτομερή νόμο σε άλλο έθνος ή λαό. Ωστόσο, είχε εξαρχής δημιουργήσει τον άνθρωπο με δικαιοσύνη και τον είχε προικίσει με τη λειτουργία της συνείδησης. Παρά την εγγενή ατέλεια του ξεπεσμένου ανθρώπου και την τάση του προς την αμαρτία, εξακολούθησαν να υπάρχουν αποδείξεις αφενός για το ότι φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού του και αφετέρου για τη λειτουργία της συνείδησης. Γι’ αυτόν το λόγο, ακόμη και μεταξύ των μη ισραηλιτικών εθνών διαμορφώθηκαν ορισμένοι κανόνες ενέργειας και νομικά διατάγματα που αντανακλούσαν σε κάποιον βαθμό τις δίκαιες αρχές του Θεού.
Ο απόστολος Παύλος περιγράφει αυτό το γεγονός, λέγοντας: «Για παράδειγμα, όλοι όσοι αμάρτησαν χωρίς νόμο [δηλαδή το νόμο που έδωσε ο Θεός στο λαό του] θα αφανιστούν επίσης χωρίς νόμο· αλλά όλοι όσοι αμάρτησαν κάτω από νόμο θα δικαστούν με βάση το νόμο. Διότι δίκαιοι ενώπιον του Θεού δεν είναι οι ακροατές του νόμου, αλλά οι εκτελεστές του νόμου θα ανακηρυχτούν δίκαιοι. Διότι όποτε οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση τους τα πράγματα του νόμου, αυτοί οι άνθρωποι, μολονότι δεν έχουν νόμο, είναι νόμος για τον εαυτό τους. Αυτοί οι ίδιοι καταδεικνύουν ότι η ουσία του νόμου είναι γραμμένη στις καρδιές τους, ενώ η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία μαζί με αυτούς και, μεταξύ των δικών τους σκέψεων, κατηγορούνται ή και δικαιολογούνται». (Ρω 2:12-15) Έτσι λοιπόν, εκείνα τα έθνη, αν και δεν είχαν συνάψει νομική σχέση με τον Θεό, δεν ήταν αναμάρτητα αλλά “αστοχούσαν” ως προς τα τέλεια πρότυπα που έχει θέσει ο Ιεχωβά.—Παράβαλε Ρω 3:9.
-
-
ΦύσηΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
Συνείδηση. Ορισμένα χαρακτηριστικά ή ιδιότητες είναι έμφυτα στους ανθρώπους από τη γέννησή τους—έχουν μάλιστα τοποθετηθεί στον άνθρωπο από την αρχή. Ο απόστολος Παύλος μιλάει για τη συνείδηση—ή τουλάχιστον για κάποιο ίχνος της—που εξακολουθεί να υπάρχει στον εκπεσόντα άνθρωπο, μολονότι σε πολλές περιπτώσεις εκείνος έχει απομακρυνθεί από τον Θεό και δεν έχει το νόμο του. Έτσι εξηγείται γιατί όλα τα έθνη έχουν θεσπίσει πολλούς νόμους που εναρμονίζονται με τη δικαιοσύνη και την κρίση, καθώς και γιατί πολλά άτομα ακολουθούν ορισμένες καλές αρχές. Ο Παύλος λέει: «Διότι όποτε οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση τους τα πράγματα του νόμου, αυτοί οι άνθρωποι, μολονότι δεν έχουν νόμο, είναι νόμος για τον εαυτό τους. Αυτοί οι ίδιοι καταδεικνύουν ότι η ουσία του νόμου είναι γραμμένη στις καρδιές τους, ενώ η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία μαζί με αυτούς και, μεταξύ των δικών τους σκέψεων, κατηγορούνται ή και δικαιολογούνται».—Ρω 2:14, 15.
-
-
ΑμαρτίαΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 1
-
-
«Κάνουν από τη φύση τους τα πράγματα του νόμου». Αυτό δεν σήμαινε ότι, εφόσον δεν υπήρχε κάποιος πλήρης νομικός κώδικας με βάση τον οποίο να σταθμίζουν τη διαγωγή τους, οι άνθρωποι που έζησαν από την εποχή του Αδάμ μέχρι την εποχή του Μωυσή ήταν απαλλαγμένοι από την αμαρτία. Στα εδάφια Ρωμαίους 2:14, 15, ο Παύλος δηλώνει: «Διότι όποτε οι εθνικοί, που δεν έχουν νόμο, κάνουν από τη φύση τους τα πράγματα του νόμου, αυτοί οι άνθρωποι, μολονότι δεν έχουν νόμο, είναι νόμος για τον εαυτό τους. Αυτοί οι ίδιοι καταδεικνύουν ότι η ουσία του νόμου είναι γραμμένη στις καρδιές τους, ενώ η συνείδησή τους δίνει μαρτυρία μαζί με αυτούς και, μεταξύ των δικών τους σκέψεων, κατηγορούνται ή και δικαιολογούνται». Εφόσον ο άνθρωπος πλάστηκε από την αρχή κατά την εικόνα και την ομοίωση του Θεού, έχει ηθική φύση, η οποία παράγει τη συνείδηση. Έστω και ατελείς, οι αμαρτωλοί άνθρωποι διατηρούν τη συνείδηση σε κάποιον βαθμό, όπως υποδεικνύουν τα λόγια του Παύλου. (Βλέπε ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.) Αφού ο νόμος είναι βασικά ένας “κανόνας διαγωγής”, αυτή η ηθική φύση λειτουργεί μέσα στην καρδιά τους ως νόμος. Ωστόσο, πάνω από αυτόν το νόμο της ηθικής τους φύσης και σε αντίθεση με αυτόν υπάρχει ένας άλλος κληρονομημένος νόμος, ο “νόμος της αμαρτίας”, ο οποίος πολεμάει ενάντια στις δίκαιες τάσεις, υποδουλώνοντας εκείνους που δεν αντιστέκονται στην κυριαρχία του.—Ρω 6:12· 7:22, 23.
Αυτή η ηθική φύση και η σχετική με αυτήν συνείδηση μπορούν να φανούν ακόμη και στην περίπτωση του Κάιν. Αν και ο Θεός δεν είχε δώσει κάποιον νόμο αναφορικά με την ανθρωποκτονία, η υπεκφυγή με την οποία αποκρίθηκε ο Κάιν στο ερώτημα του Θεού έδειχνε ότι η συνείδησή του τον καταδίκαζε μετά τη δολοφονία του Άβελ. (Γε 4:8, 9) Ο Ιωσήφ ο Εβραίος έδειξε ότι είχε το θεϊκό “νόμο στην καρδιά του” όταν αποκρίθηκε στη δελεαστική πρόσκληση της συζύγου του Πετεφρή με τα λόγια: “Πώς θα μπορούσα να διαπράξω αυτό το μεγάλο κακό και να αμαρτήσω εναντίον του Θεού;” Αν και ο Θεός δεν είχε καταδικάσει συγκεκριμένα τη μοιχεία, ο Ιωσήφ καταλάβαινε ότι αυτό ήταν κάτι εσφαλμένο, κάτι που παραβίαζε το θέλημα του Θεού για τους ανθρώπους όπως αυτό είχε διατυπωθεί στην Εδέμ.—Γε 39:7-9· παράβαλε Γε 2:24.
-