-
ΦιλοσοφίαΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Η λέξη «φιλοσοφία» σημαίνει κατά κυριολεξία «αγάπη για τη σοφία». Όπως χρησιμοποιείται σήμερα ο όρος, αναφέρεται στις προσπάθειες που κάνουν οι άνθρωποι να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν μέσω λογικής και εικασιών το σύνολο των ανθρώπινων εμπειριών, καθώς και τα βαθύτερα αίτια και τις αρχές που διέπουν την πραγματικότητα.
Οι λέξεις φιλοσοφία και φιλόσοφος εμφανίζονται μόνο μία φορά η καθεμιά στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών. (Κολ 2:8· Πρ 17:18) Προφανώς, όταν ο Παύλος έγραψε στην εκκλησία των Κολοσσών της Μικράς Ασίας, υπήρχαν κάποιοι εκεί που κινδύνευαν να επηρεαστούν από “τη φιλοσοφία και την κενή απάτη, σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων”. Οι φιλοσοφίες των αρχαίων Ελλήνων ήταν πολύ διαδεδομένες τότε. Αλλά τα συμφραζόμενα του εδαφίου Κολοσσαείς 2:8 δείχνουν ότι τον Παύλο τον ανησυχούσαν ιδιαίτερα οι Ιουδαΐζοντες οι οποίοι προσπαθούσαν να στρέψουν τους Χριστιανούς πίσω στην τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου με τις υποχρεωτικές διατάξεις του για περιτομή, εορταστικές ημέρες και αποχή από τη βρώση ορισμένων τροφών. (Κολ 2:11, 16, 17) Ο Παύλος δεν ήταν αντίθετος στη γνώση, δεδομένου ότι προσευχόταν να γεμίσουν οι Χριστιανοί με αυτήν. Αλλά, όπως έδειξε ο ίδιος, για να αποκτήσει κάποιος αληθινή σοφία και ακριβή γνώση, πρέπει να κατανοήσει το ρόλο του Ιησού Χριστού στην επεξεργασία του σκοπού του Θεού. (Κολ 1:9, 10· 2:2, 3) Οι Κολοσσαείς έπρεπε να προσέχουν μη τυχόν υπάρξει κάποιος που με πειστικά επιχειρήματα τους αρπάξει ως λεία του μέσω ανθρώπινης λογίκευσης ή νοοτροπίας. Τέτοιου είδους φιλοσοφία θα περιλαμβανόταν στα «στοιχειώδη πράγματα [στοιχεῖα, Κείμενο] του κόσμου», δηλαδή στις αρχές ή στα βασικά συστατικά και στις υποκινούσες δυνάμεις του κόσμου, και δεν θα ήταν “σε συμφωνία με τον Χριστό”.—Κολ 2:4, 8.
-
-
ΠαράδοσηΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
Ούτε ο Ιησούς ούτε οι μαθητές του παρέθεσαν ποτέ από την προφορική Ιουδαϊκή παράδοση για να υποστηρίξουν τις διδασκαλίες τους αλλά, απεναντίας, επικαλούνταν το γραπτό Λόγο του Θεού. (Ματ 4:4-10· Ρω 15:4· 2Τι 3:15-17) Άπαξ και ιδρύθηκε η Χριστιανική εκκλησία, η τήρηση των μη Γραφικών Ιουδαϊκών παραδόσεων συνιστούσε “άκαρπο είδος πατροπαράδοτης διαγωγής”, δηλαδή διαγωγής που οι Ιουδαίοι είχαν λάβει ως παράδοση από τους πατέρες τους. (1Πε 1:18) Από τη στιγμή που εκείνοι οι Ιουδαίοι γίνονταν Χριστιανοί, εγκατέλειπαν αυτές τις παραδόσεις. Όταν μερικοί ψευδοδιδάσκαλοι στις Κολοσσές προώθησαν αυτή τη μορφή λατρείας, ο Παύλος μίλησε προειδοποιητικά εναντίον «της φιλοσοφίας και της κενής απάτης σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων». Προφανώς, αναφερόταν ειδικά στις παραδόσεις του Ιουδαϊσμού.—Κολ 2:8, 13-17.
-
-
ΚόσμοςΕνόραση στις Γραφές, Τόμος 2
-
-
«Τα στοιχειώδη πράγματα του κόσμου». Στα εδάφια Γαλάτες 4:1-3, ο Παύλος, αφού δείχνει ότι ένα παιδί είναι σαν δούλος με την έννοια ότι είναι υπό την επίβλεψη άλλων μέχρι να ενηλικιωθεί, δηλώνει: «Παρόμοια και εμείς, όταν ήμασταν νήπια, παραμέναμε υποδουλωμένοι από τα στοιχειώδη πράγματα [στοιχεῖα] του κόσμου». Στη συνέχεια δείχνει ότι ο Γιος του Θεού ήρθε στο «πλήρωμα του χρόνου» και απάλλαξε από το Νόμο αυτούς που έγιναν μαθητές του, ώστε να λάβουν την υιοθεσία. (Γα 4:4-7) Ανάλογα, στα εδάφια Κολοσσαείς 2:8, 9, 20 ο Παύλος προειδοποιεί τους Χριστιανούς στις Κολοσσές να μην αφήσουν να τους αρπάξουν «μέσω της φιλοσοφίας και της κενής απάτης σύμφωνα με την παράδοση των ανθρώπων, σύμφωνα με τα στοιχειώδη πράγματα [στοιχεῖα] του κόσμου και όχι σύμφωνα με τον Χριστό· επειδή σε αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η πληρότητα της θεϊκής ιδιότητας», τονίζοντας ότι αυτοί είχαν “πεθάνει μαζί με τον Χριστό ως προς τα στοιχειώδη πράγματα του κόσμου”.
Σχετικά με τη λέξη στοιχεῖα του πρωτότυπου ελληνικού κειμένου, την οποία χρησιμοποίησε ο Παύλος, Το Σχολιολόγιο του Άμβωνα ([The Pulpit Commentary] Γαλάτες, σ. 181) λέει: «Από την αρχική έννοια, αυτή των “στοιχισμένων πασσάλων”, . . . ο όρος [στοιχεῖα] εφαρμόστηκε στις σειρές των γραμμάτων της αλφαβήτου, και από εκεί στα πρωταρχικά συστατικά της ομιλίας· έπειτα στα πρωταρχικά συστατικά όλων των αντικειμένων της φύσης, όπως για παράδειγμα στα τέσσερα “στοιχεία” (βλέπε 2 Πέτρ. 3:10, 12)· επίσης, στις “βασικές αρχές” ή στα “στοιχειώδη” οποιουδήποτε κλάδου γνώσης. Με αυτή την τελευταία έννοια εμφανίζεται στο εδ. Εβρ. 5:12». (Επιμέλεια Κ. Σπενς, Λονδίνο, 1885) Το συγγενικό ρήμα στοιχέω αποδίδεται «περπατώ εύτακτα».—Γα 6:16.
Είναι φανερό ότι ο Παύλος, στις επιστολές του προς τους Γαλάτες και τους Κολοσσαείς, δεν αναφέρεται στα βασικά ή στα συστατικά μέρη της υλικής δημιουργίας αλλά, όπως παρατηρεί το Κριτικό και Ερμηνευτικό Εγχειρίδιο της Επιστολής προς τους Γαλάτες ([Kritisch exegetisches Handbuch über den Brief an die Galater] 1870, σ. 201), του Γερμανού λογίου Χάινριχ Α. Β. Μάγιερ, στα «στοιχεία της μη Χριστιανικής ανθρωπότητας», δηλαδή στις θεμελιώδεις ή βασικές της αρχές. Τα συγγράμματα του Παύλου δείχνουν ότι αυτό θα περιλάμβανε φιλοσοφίες και απατηλές διδασκαλίες που βασίζονταν μόνο σε ανθρώπινα κριτήρια, αντιλήψεις, συλλογισμούς και μυθολογίες, σαν αυτές στις οποίες εντρυφούσαν οι αρχαίοι Έλληνες και άλλοι ειδωλολατρικοί λαοί. (Κολ 2:8) Ωστόσο, είναι σαφές ότι χρησιμοποιούσε επίσης τον όρο για να περιλάβει πράγματα Ιουδαϊκής φύσης, όχι μόνο μη Βιβλικές Ιουδαϊκές διδασκαλίες που επέβαλλαν τον ασκητισμό ή τη «θρησκεία των αγγέλων», αλλά και τη διδασκαλία ότι οι Χριστιανοί θα έπρεπε να θέτουν τον εαυτό τους υπό την υποχρέωση να τηρεί το Μωσαϊκό Νόμο.—Κολ 2:16-18· Γα 4:4, 5, 21.
Ασφαλώς, ο Μωσαϊκός Νόμος είχε θεϊκή προέλευση. Ωστόσο, είχε πλέον εκπληρωθεί στο πρόσωπο του Χριστού Ιησού, ο οποίος είναι η «πραγματικότητα» που υποδείκνυαν οι σκιές του Νόμου, και γι’ αυτό είχε πλέον παλιώσει. (Κολ 2:13-17) Επιπλέον, η σκηνή της μαρτυρίας (και αργότερα ο ναός) ήταν “κοσμική” ή ανθρώπινης κατασκευής, και άρα “επίγεια” (κοσμικόν, Κείμενο· Εβρ 9:1), δηλαδή ανήκε στην ανθρώπινη σφαίρα, όχι στην ουράνια ή στην πνευματική, και οι συναφείς με αυτήν απαιτήσεις ήταν «νομικές απαιτήσεις που είχαν σχέση με τη σάρκα και επιβλήθηκαν μέχρι τον προσδιορισμένο καιρό που θα τακτοποιούνταν τα ζητήματα». Ο Χριστός Ιησούς είχε πλέον μπει στη “μεγαλύτερη και τελειότερη σκηνή η οποία δεν είναι φτιαγμένη από χέρια, δηλαδή δεν είναι από αυτή τη δημιουργία”, στον ίδιο τον ουρανό. (Εβρ 9:8-14, 23, 24) Ο ίδιος είχε πει σε μια Σαμαρείτισσα ότι θα ερχόταν ο καιρός κατά τον οποίο ο ναός στην Ιερουσαλήμ δεν θα χρησιμοποιούνταν πλέον ως βασικό στοιχείο της αληθινής λατρείας, αλλά οι αληθινοί λάτρεις θα “λάτρευαν τον Πατέρα με πνεύμα και αλήθεια”. (Ιωα 4:21-24) Ως εκ τούτου, η ανάγκη για τη χρήση πραγμάτων που ήταν απλώς «συμβολικές απεικονίσεις» (Εβρ 9:23) μέσα στην ανθρώπινη σφαίρα, και οι οποίες εξεικόνιζαν μεγαλύτερα πράγματα ουράνιας φύσης, είχε πάψει να υφίσταται με το θάνατο του Χριστού Ιησού, την ανάστασή του και την ανάληψή του στον ουρανό.
Επομένως οι Γαλάτες και οι Κολοσσαείς Χριστιανοί μπορούσαν τώρα να αποδίδουν λατρεία σύμφωνα με την ανώτερη οδό, η οποία ήταν βασισμένη στον Χριστό Ιησού. Αυτός—και όχι οι άνθρωποι και οι αρχές τους ή οι διδασκαλίες τους, ούτε ακόμη και οι «νομικές απαιτήσεις [της διαθήκης του Νόμου] που είχαν σχέση με τη σάρκα»—θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως το προσδιορισμένο πρότυπο και το πλήρες μέτρο με βάση το οποίο θα καθόριζαν το κατά πόσον ήταν αληθινή μια διδασκαλία ή ένας τρόπος ζωής. (Κολ 2:9) Οι Χριστιανοί δεν έπρεπε να είναι σαν παιδιά με το να θέτουν εκούσια τον εαυτό τους κάτω από εκείνο που παρομοιάστηκε με παιδαγωγό, δηλαδή κάτω από το Μωσαϊκό Νόμο (Γα 3:23-26), αλλά έπρεπε η σχέση τους με τον Θεό να είναι όμοια με αυτήν ενός ενήλικου γιου και του πατέρα του. Ο νόμος ήταν στοιχειώδης, «το αλφαβητάριο της θρησκείας», συγκρινόμενος με τη Χριστιανική διδαχή. (Κριτικό και Ερμηνευτικό Εγχειρίδιο των Επιστολών του Παύλου προς τους Φιλιππησίους, τους Κολοσσαείς και τον Φιλήμονα ([Kritisch exegetisches Handbuch über die Briefe Pauli an die Philipper, Kolosser und an Philemon] 1874, σ. 311, του Χ. Μάγιερ) Οι χρισμένοι Χριστιανοί, λόγω του ότι είχαν αναγεννηθεί για ουράνια ζωή, είχαν ουσιαστικά πεθάνει και είχαν κρεμαστεί στο ξύλο σε σχέση με τον κόσμο ο οποίος αναφέρεται στη σφαίρα της ανθρώπινης ζωής, και στον οποίο είχαν ισχύσει διατάξεις όπως αυτή της σαρκικής περιτομής· είχαν γίνει «νέα δημιουργία». (2Κο 5:17· Κολ 2:11, 12, 20-23· παράβαλε Γα 6:12-15· Ιωα 8:23.) Γνώριζαν ότι η Βασιλεία του Ιησού δεν είχε ανθρώπινη προέλευση. (Ιωα 18:36) Ασφαλώς δεν έπρεπε να επιστρέψουν ξανά «στα αδύναμα και πενιχρά στοιχειώδη πράγματα» της ανθρώπινης σφαίρας (Γα 4:9) και έτσι να παροδηγηθούν και να εγκαταλείψουν «τον πλούτο της πλήρους βεβαιότητας της κατανόησής τους» και την «ακριβή γνώση του ιερού μυστικού του Θεού, το οποίο είναι ο Χριστός», στον οποίο Χριστό είναι αποκρυμμένοι «όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσης».—Κολ 2:1-4.
-