Ένας Άνθρωπος που Αντιστάθηκε στο Θέλημα του Θεού
Ο ΒΑΛΑΑΜ ήταν ένας μάντης του οποίου η φήμη ότι απήγγελλε αποτελεσματικές κατάρες και ευλογίες είχε εξαπλωθή τόσο που ξεπερνούσε τα σύνορα της χώρας του. Πατρίδα του ήταν η Φεθορά, μια πόλις που βρισκόταν στην άνω πεδιάδα του Ευφράτου κοντά στον ποταμό Σαγιούρ. Εκεί κοντά βρισκόταν η Χαράν, όπου είχαν ζήσει κάποτε θεοφοβούμενοι άνθρωποι όπως ο Αβραάμ, ο Λωτ και ο Ιακώβ. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήση γιατί ο προφήτης Βαλαάμ εγνώριζε για τον αληθινό Θεό και ανεφέρετο σ’ αυτόν ως ‘Ιεχωβά τον Θεό μου.’—Αριθ. 22:18, ΜΝΚ.
Αλλά πώς ο Βαλαάμ αντιστάθηκε στο θέλημα του Θεού; Όταν οι Ισραηλίται πλησίαζαν να εισέλθουν στη Γη της Επαγγελίας, ο Μωαβίτης Βασιλεύς Βαλάκ και ο λαός του τρομοκρατήθηκαν καθώς είδαν το τεράστιο πλήθος, που αριθμούσε σχεδόν 3.000.000. Οι αντιπρόσωποι του Μωαβιτικού έθνους συμβουλεύθηκαν τους πρεσβυτέρους της Μαδιάμ και απεφάσισαν ότι ο Ισραήλ ήταν μια απειλή για την ευημερία τους. (Αριθ. 22:1-4) Ήσαν πλήρως ενήμεροι των όσων είχε κάνει ο Ιεχωβά Θεός για το Ισραήλ, απελευθερώνοντας το έθνος από την Αίγυπτο, και γνώριζαν επίσης ότι τους είχε χαρίσει μια καταπληκτική νίκη επί των δυνατών βασιλείων των Αμορραίων στα ανατολικά του Ιορδάνου. Έτσι, δεν είχαν ελπίδα να νικήσουν τον Ισραήλ στη μάχη. Αλλά εσκέπτοντο: ‘Μήπως θα ήταν καλύτερο να καταρασθούμε τους Ισραηλίτας; Αυτό δεν θα τους έκανε να εξασθενήσουν, και ν’ απομακρυνθούν από εδώ;’ Έτσι, ο Βασιλεύς Βαλάκ, με σκοπό να νικήση το Ισραήλ, υποκινήθηκε να ζητήση τις υπηρεσίες του Βαλαάμ.
Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ
Σύντομα, μια αντιπροσωπεία Μωαβιτών και Μαδιανιτών πρεσβυτέρων ή αρχόντων ανεχώρησαν για τη Φεθορά. Το μήνυμα που είπαν στον Βαλαάμ ήταν: «Ιδού, λαός εξήλθεν εξ Αιγύπτου· ιδού, περικαλύπτει το πρόσωπον της γης, και κάθηται εναντίον μου· τώρα λοιπόν ελθέ, σε παρακαλώ, καταράσθητί μοι τον λαόν τούτον, διότι είναι δυνατώτερός μου· ίσως υπερισχύσω, να πατάξωμεν αυτούς και να εκδιώξω αυτούς εκ της γης· επειδή εξεύρω, ότι όντινα ευλογήσης, είναι ευλογημένος και όντινα καταρασθής είναι κατηραμένος.»—Αριθ. 22:5-7.
Ο Βαλαάμ είπε στους αντιπροσώπους να διανυκτερεύσουν εκεί και τους υποσχέθηκε να τους πη τον λόγο του Ιεχωβά την επομένη μέρα. Ποια ήταν η θεία αποκάλυψις που εδόθη στον Βαλαάμ; «Μη υπάγης μετ’ αυτών· μη καταρασθής τον λαόν, διότι είναι ευλογημένος.» (Αριθ. 22:8, 12) Έχοντας υπ’ όψιν αυτό, ο Βαλαάμ είπε στους ανθρώπους: «Υπάγετε εις την γην σας· διότι δεν μοι συγχωρεί ο Κύριος να έλθω μεθ’ υμών.» (Αριθ. 22:13) Απ’ αυτά τα λόγια, οι αντιπρόσωποι, συνεπέραναν ότι ο Βαλαάμ στην πραγματικότητα, ήθελε να πάη, αλλά δεν του επετρέπετο να το κάνη αυτό. Καθώς ανέφεραν αυτά που συνέβησαν στον Βαλάκ, του είπαν: «Δεν θέλει ο Βαλαάμ να έλθη μεθ’ ημών.»—Αριθ. 22:14.
ΑΠΟΣΤΕΛΛΕΤΑΙ ΜΙΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑ
Έτσι, φαίνεται ότι ο Βαλάκ συνεπέρανε ότι η προσφορά που έκανε στον Βαλαάμ και οι ίδιοι οι αντιπρόσωποι δεν τον εντυπωσίασαν αρκετά. Ο Μωαβίτης βασιλεύς προφανώς συνεπέρανε ότι ο Βαλαάμ ήθελε κάποιο τίμημα και ήταν αποφασισμένος να χρησιμοποιήση τον προφήτη αυτόν, έτσι ώστε ν’ απαγγελθή μια πιο ισχυρή κατάρα. Έτσι, ο βασιλεύς έστειλε μια μεγαλύτερη και πιο αξιότιμη αντιπροσωπεία, διαβεβαιώνοντας τον Βαλαάμ ότι θα ετιμάτο υπερβολικά αν κατηράτο τον Ισραήλ.—Αριθ. 22:15-17.
Ο ΒΑΛΑΑΜ ΘΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΜΟΙΒΗ
Τι θα έκανε τώρα ο Βαλαάμ; «Και εάν μοι δώση ο Βαλάκ την οικίαν αυτού πλήρη αργυρίου και χρυσίου,» είπε «δεν δύναμαι να παραβώ τον λόγον Κυρίου του Θεού μου, δια να κάμω ολιγώτερον ή περισσότερον.» (Αριθ. 22:18) Ο Βαλαάμ εγνώριζε πλήρως ότι όποια προσπάθεια κι αν έκανε για να καταρασθή τον Ισραήλ θα ήταν, στην πραγματικότητα, εναντίον του ιδίου του Ιεχωβά. Ωστόσο, δεν εξαπέστειλε τους άνδρες, αλλά προφανώς του άρεσε η ιδέα ότι ο Ιεχωβά μπορεί να του επέτρεπε να φύγη με τους απεσταλμένους. Έτσι, τους είπε: «Μείνατε ενταύθα, παρακαλώ, και σεις την νύκτα ταύτην, δια να ίδω τι θέλει ειπεί έτι ο Ιεχωβά προς εμέ.» (Αριθ. 22:19, ΜΝΚ) Ο Βαλαάμ μολονότι είπε ότι καμμιά αμοιβή δεν θα τον έκανε να καταρασθή τον Ισραήλ, στην πραγματικότητα, ήθελε την αμοιβή. Προφανώς σκεπτόταν ως εξής: ‘Αν είχα άδεια να πάω, δεν θα δίσταζα να φύγω για τον Μωάβ αμέσως!’
Τα επόμενα γεγονότα αποκαλύπτουν ότι έτσι πράγματι αισθανόταν ο Βαλαάμ. Αυτή την ίδια νύχτα έλαβε αυτό που επιζητούσε—ο Θεός του επέτρεψε να συνοδεύση τους αντιπροσώπους. Αλλά με την εξής συμφωνία: «Πλην ό,τι σοι είπω, τούτο θέλεις κάμει.» (Αριθ. 22:20) Ο Βαλαάμ δεν καθυστέρησε καθόλου. Το πρωί σέλωσε την όνο του και ξεκίνησε για τον Μωάβ με τους άρχοντες που έστειλε ο Βαλάκ. Τώρα που του είχε δοθή η εντολή να πάη, ο Βαλαάμ ήταν αποφασισμένος να καταρασθή τον Ισραήλ κι έτσι να λάβη την υποσχεμένη αμοιβή. Δεν θα τον σταματούσε τίποτε. Ή μήπως υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να τον σταματήση;
Ο Ιεχωβά Θεός δεν ευαρεστήθη που ο Βαλαάμ έφυγε μαζί με τους άνδρες του Μωάβ αποφασισμένος να καταρασθή τον Ισραήλ παρά το ότι του είχε δοθή εντολή να μην το κάνη αυτό. Ο Βαλαάμ επρόκειτο εντός ολίγου να εκπλαγή. Η όνος του άρχισε να φέρεται μ’ ένα πολύ ασυνήθη τρόπο. Γιατί; Ένας άγγελος του Ιεχωβά ευρίσκετο μπροστά στο μονοπάτι. Στον Βαλαάμ κατεδείχθη με ισχυρό τρόπο ότι το ν’ αντισταθή στο θέλημα του Θεού θα εσήμαινε θάνατον γι’ αυτόν. Και πάλι του έγινε υπόμνησις ότι το μόνο που ήταν εξουσιοδοτημένος να κάνη ήταν να πη αυτό που ο Ιεχωβά ήθελε να πη.—Αριθ. 22:22-35.
Μήπως ο Βαλαάμ άλλαξε πρόθεσι μετά απ’ αυτό; Ίσως καταλήξη κανείς σ’ αυτό το συμπέρασμα απ’ αυτά που είπε ο Βαλαάμ στον Βασιλέα Βαλάκ: «Όντινα λόγον βάλη ο Θεός εις το στόμα μου, τούτον θέλω λαλήσει.» (Αριθ. 22:38) Στην πραγματικότητα, όμως, ο Βαλαάμ επιθυμούσε ακόμη την αμοιβή και ήταν πρόθυμος να κάνη ό,τι μπορούσε για να την αποκτήση.
Αυτό ίσως εγείρει τα εξής ερωτήματα: Γιατί ο αληθινός Θεός προτίμησε να μιλήση μέσω ενός μάντεως; Γιατί απλώς δεν τον άφησε να καταρασθή τον Ισραήλ, εφόσον η κατάρα αυτή δεν θα είχε καμμιά ισχύ; Σχετικά μ’ αυτό, πρέπει να μην ξεχνούμε ότι οι Μωαβίτες και οι Μαδιανίτες ανεγνώριζαν ότι η στρατιωτική δύναμις μόνο δεν θα επετύγχανε εναντίον του Ισραήλ. Στο πρόσωπο του Βαλαάμ είχαν στη διάθεσί τους το πιο ισχυρό όπλο εναντίον του Ισραήλ, δηλαδή το μέσον για να επιτύχουν μια αποτελεσματική κατάρα εναντίον του Ισραήλ. Επί πλέον, ο Βαλαάμ ήθελε να συνεργασθή για να λάβη την πλούσια υλική αμοιβή που του προσεφέρθη. Αλλά τι θα γινόταν αν αυτός ο διάσημος μάντης, αντί να καταρασθή τους Ισραηλίτες, εξηναγκάζετο να τους ευλογήση, παρά το ότι αυτοί ήθελαν το αντίθετο; Δεν θ’ απεδείκνυε αυτό ότι κανένα όπλο δεν θα μπορούσε να επιτύχη εναντίον του λαού του Θεού; Έτσι, εξυπηρετείτο προφανώς πολύ καλά ο σκοπός του Ιεχωβά αν ο Βαλαάμ χρησιμοποιείτο για να ευλογήση τον Ισραήλ προς βλάβη του Μωαβίτου Βασιλέως Βαλάκ.
Όταν έφθασε ο Βαλαάμ, ο Μωαβίτης βασιλεύς πρέπει να ήταν πραγματικά ευχαριστημένος. Ο Βαλάκ προσέφερε θυσίες, χωρίς αμφιβολία εις ένδειξι εκτιμήσεως προς τους θεούς του Μωάβ για το ότι επέτυχε να πείση τον μάντη να έλθη. Η προσφορά αυτή έδωσε την ευκαιρία για θυσιαστικό εορτασμό, στον οποίο ο Βαλαάμ και οι άρχοντες μετείχαν με το να σταλούν διάφορα μέρη των θυσιασθέντων ζώων σ’ αυτούς.—Αριθ. 22:40.
Ο ΒΑΛΑΑΜ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΑΣΘΗ ΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ
Αργότερα, ο Βαλάκ πήγε τον Βαλαάμ σε ένα ύψωμα από όπου ο προφήτης μπορούσε να βλέπη τους στρατοπεδευμένους Ισραηλίτας. Αμέσως ο Βαλαάμ άρχισε να εκτελή εκείνο για το οποίο είχε κληθή. Ζήτησε από τον Βαλάκ να εγείρη επτά θυσιαστήρια και να προσφέρη επάνω σ’ αυτά επτά βόες και επτά κριούς. Κατόπιν, ο Βαλαάμ απεσύρθη μόνος σ’ ένα γυμνό λόφο, όπου προφανώς θα μπορούσε να εκτελέση τελετουργίες και να επιφέρη ‘κατάρες.’ Αλλά εδώ ο Ιεχωβά εξανάγκασε τον Βαλαάμ να εκφέρη ευλογία για τον Ισραήλ. Δύο ακόμη προσπάθειες να καταρασθή τον λαό του Θεού, τον Ισραήλ, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.—Αριθ. 23:1-24:9.
Ο Βαλάκ εμαίνετο από θυμό εναντίον του Βαλαάμ. «Δια να καταρασθής τους εχθρούς μου σε εκάλεσα,» είπε, «και ιδού, συ ευλογών ευλόγησας αυτούς τρίτην ταύτην φοράν· τώρα λοιπόν φύγε εις τον τόπον σου.» (Αριθ. 24:10, 11) Ο Βαλαάμ προσπάθησε να δικαιολογήση την αποτυχία του λέγοντας: «Δεν είπον και προς τους απεσταλμένους σου, τους οποίους απέστειλας προς εμέ, λέγων, Και αν μοι δώση ο Βαλάκ την οικίαν αυτού πλήρη αργυρίου και χρυσίου, δεν δύναμαι να παραβώ την προσταγήν του Κυρίου, ώστε να κάμω καλόν ή κακόν απ’ εμαυτού, αλλ’ ό,τι ο Κύριος λαλήση, τούτο θέλω ειπεί;»—Αριθ. 24:12, 13.
Μετά, καθοδηγούμενος από το πνεύμα του Θεού, ο Βαλαάμ εξέφερε προφητείες που περιελάμβαναν ένα άγγελμα καταστροφής για τον Μωάβ. Κατόπιν ο Βαλάκ και ο Βαλαάμ χώρισαν. Η Αγία Γραφή αναφέρει ότι ο Βαλαάμ «επέστρεψεν εις τον τόπον αυτού,» πράγμα που απλώς σημαίνει ότι τράβηξε τον δρόμο του. Αλλά έμαθε τελικά ο Βαλαάμ ότι το ν’ αντιστέκεται στο θέλημα του Θεού δεν έφερνε κανένα αποτέλεσμα; Επέστρεψε στη Φεθορά; Όχι.—Αριθ. 24:14-25.
Ο ΒΑΛΑΑΜ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ
Ο Βαλαάμ επιθυμούσε ακόμη την αμοιβή και ήταν πρόθυμος να την πάρη με όποιον τρόπο μπορούσε. Επειδή δεν μπορούσε να καταρασθή τον Ισραήλ, κατέστρωσε ένα σχέδιο βάσει του οποίου οι Ισραηλίται θα επέφεραν μόνοι τους την κατάρα του Θεού επάνω τους. Είπε στον Βαλάκ πώς μπορούσε να χρησιμοποιήση τις Μαδιανίτιδες και τις Μωαβίτιδες για να κάνη τους Ισραηλίτας να εμπλακούν σε ειδωλολατρία και πορνεία. (Αριθ. 31:16· Αποκ. 2:14) Το σχέδιο είχε επιτυχία, διότι χιλιάδες υπέκυψαν στην έλξι της έκλυτης λατρείας του φύλου. Ως αποτέλεσμα, 24.000 Ισραηλίται εξολοθρεύθησαν.—Αριθ. 25:1-9.
Αλλά μήπως η καταφανής αντίστασις του Βαλαάμ εναντίον του θελήματος του Θεού απεδείχθη ικανοποιητική; Καθόλου. Όταν ο Ιεχωβά διέταξε τους Ισραηλίτας να εκδικηθούν τους Μαδιανίτας λόγω του ρόλου που έπαιξαν να παγιδεύσουν τους Ισραηλίτας, ο Βαλαάμ βρισκόταν ακόμη ανάμεσα τους κι έτσι δεν διέφυγε τη μάχαιρα της εκτελέσεως. (Αριθ. 31:7, 8) Πράγματι, ο Βαλαάμ για την ξεροκέφαλη ενέργειά του, πλήρωσε με τη ζωή του.
Έτσι, ο μάντης από την Φεθορά αποτελεί προειδοποιητικό παράδειγμα για όλους εκείνους που επιμένουν ν’ αγνοούν το θέλημα του Θεού και επιδιώκουν ιδιοτελές κέρδος. (2 Πέτρ. 2:15, 16· Ιου 11) Αυτό πρέπει να μας ενθαρρύνη να μελετούμε τις Άγιες Γραφές, για να εξακριβώσωμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού για μας και κατόπιν να το πράξωμε, και ποτέ να μην ακολουθήσωμε την ανόητη πορεία που ακολούθησε ο Βαλαάμ.