-
Υπομονή Μέσω ΕλπίδοςΗ Σκοπιά—1954 | 15 Νοεμβρίου
-
-
τόσο κοντά, οι πιο προσφιλείς μας ελπίδες, είτε ουράνιες είτε επίγειες, γρήγορα θα πραγματοποιηθούν προς αιωνίαν μας ικανοποίησιν. Για τούτο μπορούμε με ανένδοτη υπομονή «να ζήσωμεν σωφρόνως και δικαίως και ευσεβώς εν τω παρόντι αιώνι, προσμένοντες την μακαρίαν ελπίδα, και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.»—Τίτον 2:12, 13.
-
-
Πώς ο Θεός Δίνει ΠίστιΗ Σκοπιά—1954 | 15 Νοεμβρίου
-
-
Πώς ο Θεός Δίνει Πίστι
Η ΠΙΣΤΙΣ στον Θεό και στον Λόγον του, την Αγία Γραφή, είναι σήμερα σ’ ένα χαμηλό επίπεδο. Περισσότερο από κάθε άλλη φορά αληθεύουν οι λόγοι του Παύλου ότι «η πίστις δεν υπάρχη εις πάντας.»—2 Θεσ. 3:2.
Γιατί άλλα άτομα έχουν πίστι κι άλλα δεν έχουν; Μερικοί διατείνονται ότι η πίστις είναι δώρον που ο Θεός δίνει ή αποσύρει αυθαίρετα. Για να υποστηρίζουν τη θέσι των αρέσκονται να παραθέτουν τους λόγους του Παύλου προς Εφεσίους 2:8, όπου αυτός λέγει στον Χριστιανό ότι ‘είναι σεσωσμένος δια της πίστεως· και τούτο δεν είναι από σας· Θεού το δώρον.»
Αλλά παρατηρήστε στα συμφραζόμενα ότι ο Παύλος δεν εξετάζει την πίστι τόσο, όσο τη χάρι του Θεού, και ότι μέσω αυτής της χάριτος έκαμε ο Θεός τη διευθέτησι της σωτηρίας δια πίστεως. Το γεγονός αυτό καταφαίνεται από το όλον εδάφιον: «Κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι δια της πίστεως· και τούτο [η διευθέτησις αυτή] δεν είναι από σας· Θεού το δώρον.»
Η αγαθή διευθέτησις που προέρχεται μέσω του Ιησού Χριστού και λαμβάνει υπ’ όψιν την πίστι είναι το δώρον. Μέσω της διευθετήσεως αυτής μάλλον παρά δι’ έργων νόμου επρόκειτο να έλθη η σωτηρία σ’ εκείνους που εκδηλώνουν πίστι σ’ αυτήν. Η όλη λοιπόν διευθέτησις για τη Χριστιανική σωτηρία έγινε με τη χάρι του Θεού, και δια πίστεως σ’ αυτήν μάλλον παρά ότι σώζονται οι Χριστιανοί δια πίστεως σε έργα υπό τον νόμον. Η θεία διευθέτησις χωρίς ατομική πίστι σ’ αυτόν δεν θα έφερνε σωτηρία σε άτομα. Και τα δύο συμβαδίζουν και με τη δωρεά παντός ό,τι εμπερικλείεται στη διευθέτησι του Ιεχωβά, αυτός παρέχει επίσης τα μέσα για να έχωμε την αναγκαία πίστι στη διευθέτησί του. Η διευθέτησις θέτει μια αξία στην πίστι ώστε να προκύπτη σωτηρία. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τα μέσα για την απόκτησι πίστεως.
Η ΕΥΠΙΣΤΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΣΤΙΣ
Πολλά πράγματα που θεωρούνται ως πίστις δεν αποτελούν πίστιν αλλά ευπιστίαν, υπάρχει δε τεραστία διαφορά μεταξύ πίστεως και ευπιστίας. Ευπιστία είναι, όπως ορίζεται, «η από αδυναμία ή αμάθεια παράβλεψις της φύσεως ή ισχύος της αποδείξεως πάνω στην οποία εδράζεται η πίστις· γενικά, μια διάθεσις προερχόμενη από αδυναμία ή αγνοία, στο να πιστεύη κανείς πολύ εύκολα, ειδικώς δε αδύνατα ή παράλογα πράγματα.» Το να είναι δε κανείς εύπιστος σημαίνει να είναι «ελλιπής κρίσεως σχετικά με τις δοξασίες· ευαπάτητος· ευκολόπιστος.»—Λεξικόν και Εγκυκλοπαιδεία Σέντσιουρυ.
Αφού η ευπιστία ευδοκιμεί στην αμάθεια, δεν είναι εκπληκτικό το να βρίσκουμε μεγάλη ευπιστία στη Ρωμαιοκαθολική Λατινική Αμερική, η οποία σύμφωνα με το Γιουνάιτεντ Ναίισιονς Ουώρλντ του Οκτωβρίου 1951, είναι κατά τα δύο τρίτα αγράμματη. Έτσι η είδησις ότι η παρθένος Μαρία επρόκειτο να εμφανισθή σε κάποιον τόπο εδόθη από τις εφημερίδες και από τα ραδιοφωνικά προγράμματα του Πόρτο Ρίκο, κάνοντας 100.000 άτομα περίπου να μεταβούν για προσκύνημα σ’ εκείνο τον τόπο, για ν’ απογοητευθούν στο τέλος. Και ποια ήταν η βάσις όλης αυτής της αναστατώσεως; Οι δηλώσεις μερικών παιδιών ηλικίας από επτά έως δέκα ετών, ότι ενεφανίσθη σ’ αυτά η παρθένος και τους είπε ότι θα ενεφανίζετο και πάλι σε κάποιον τόπο την 25η Μαΐου του 1953. Αληθινά αυτό ήταν ευπιστία.
Οι εύπιστοι είναι ανίκανοι να βαστάσουν το βάρος τού να σκεφθούν, να σταθμίσουν τις αποδείξεις και να οδηγηθούν λογικά από τις αιτίες στα αποτελέσματα. Κινούνται από συγκίνησι, από αίσθημα, αισθηματικότητα, ή φόβο. Πιστεύουν λόγω κλίσεως, προκαταλήψεως, περιστατικών ή ελπίδος αμοιβής, κι έτσι είναι υποκειμενικοί, αντί να είναι αντικειμενικοί, σε θρησκευτικά ζητήματα.
Σε χτυπητή αντίθεσι προς αυτό, ο Χριστιανός βασίζει την πίστι του πάνω σε υγιείς αυθεντίες και καθαρή λογίκευσι. Η πίστις του συνίσταται από γνώσιν και πιστή επιστήριξι σ’ αυτήν, που είναι «ελπιζομένων πεποίθησις, βεβαίωσις πραγμάτων μη βλεπομένων.» (Εβρ. 11:1) Η πίστις βλέπει τις αποδείξεις αντικειμενικά, με αγάπην της αληθείας, κι έτσι δεν καταπίνει ούτε τις αστήρικτες βεβαιώσεις των «επιστημόνων» ούτε τις παραδόσεις που χαρακτηρίζουν την ωργανωμένη θρησκεία.
Ο Θεός αναμένει από μας να λογικευώμεθα, να σκεπτώμεθα. Γι’ αυτό το λόγο συμβουλεύει, «έλθετε τώρα, και ας διαδικασθώμεν.» Γι’ αυτό και ο Παύλος έγραψε στον Τιμόθεο, «Εννόει εκείνα τα οποία λέγω.» «Ταύτα μελέτα.»—Ησ. 1:18· 2 Τιμ. 2:7· 1 Τιμ. 4:15.
Λόγω ελλείψεως γνώσεως βασισμένης πάνω σε υγιή αυθεντία και καθαρή λογίκευσι ο εύπιστος λέγει: «Ποτέ δεν συζητώ τη θρησκεία.» Αλλά εκείνος που έχει υγιή βάσι για τη θρησκεία του, μπορεί να τη συζητήση με άλλους, και μάλιστα προτρέπεται να το πράττη για να είναι ‘έτοιμος πάντοτε εις απολογίαν προς πάντα τον ζητούντα από σας λόγον περί της εν υμίν ελπίδος.’ Ακολουθεί το παράδειγμα του Παύλου ο οποίος αναζητούσε τους Ιουδαίους στις συναγωγές τους όπου «διελέγετο μετ’ αυτών από των γραφών, εξηγών και αποδεικνύων, ότι έπρεπε να πάθη ο Χριστός και να αναστηθή εκ νεκρών.»—1 Πέτρ. 3:15· Πράξ. 17:2, 3.
Ο ΘΕΟΣ ΠΡΟΜΗΘΕΥΕΙ ΒΑΣΙΝ ΠΙΣΤΕΩΣ
Η πίστις αποτελεί δώρον πρωτίστως λόγω του ότι ο Θεός προμηθεύει τη λογική και βάσιμη αιτία για εξάσκησι πίστεως. «Επειδή τα αόρατα αυτού βλέπονται φανερώς από κτίσεως κόσμου νοούμενα δια των ποιημάτων, η τε αΐδιος αυτού δύναμις και η θειότης, ώστε αυτοί είναι αναπολόγητοι» για την μη εξάσκησι πίστεως. (Ρωμ. 1:20) Ναι, όλη η φύσις, η ωραιότης της, η μεγαλοπρέπειά της, το σχήμα της και η συμμετρία της, τα πολλά της ισορροπημένα στοιχεία, χωρίς τα οποία η ζωή δεν θα ήταν δυνατή επάνω στη γη, και αυτά τα σώματα μας που ‘τόσον φοβερώς και θαυμασίως έχουν πλασθή’, ενώνονται στο να δώσουν εύγλωττη μαρτυρία για την ύπαρξι του Δημιουργού και για να μας φανερώσουν τις ιδιότητές του.—Ιώβ 38 έως 41· Ψαλμ. 139:14.
Για παρόμοιες λογικές και βάσιμες αιτίες ο Χριστιανός ασκεί πίστι στην Αγία Γραφή, ως σύνολον. Το να πη κανείς, όπως κάποτε είπε ένας επιφανής κληρικός του Μπρούκλυν: «Διαβάζω την Αγία Γραφή με τον τρόπο που τρώγω τα ψάρια» (εννοώντας ότι ξεχώριζε ό,τι ενόμιζε πως δεν ήταν αληθινό, πως δεν ήταν φαγώσιμο) είναι σαν να παραδέχεται ότι δεν έχει καθόλου πίστι στην Ανία Γραφή, αλλά μόνο στην κρίσι του.
Τα εξήντα έξη βιβλία της Γραφής παρουσιάζουν ένα
-